Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2007

Λολίτα


Είναι μαζί μου 13 και χρόνια.

Κομμάτι της καθημερινότητας μου.

Την προηγούμενη Τρίτη έκανε μαστεκτομή γιατί είχε καρκίνο.

Την Παρασκευή γύρισε σπίτι με τρομακτικά προβλήματα αναπνοής.

Δεν τρώει παρα μόνο με το ζόρι και με την σύριγγα.

Είναι συνέχεια κουλουριασμένη στο κρεβάτι κι όταν την ακουμπάς αναστενάζει.

Η απώλεια σε οποια της μορφή πάντα αφήνει ένα κενό.

Σήμερα Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου έφυγε.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

Elizabeth : The Golden Age (κι ο Θεός να βάλει το χέρι του!!!!!!!!!)

Λοιπόν η συνταγή είναι εξαιρετικά απλή.

Παίρνετε έναν Ερολ Φλυν, κατά κόσμον Κλάιβ Οουεν, τον μαρινάρετε σε πολύ αντρίλα και τον αφήνετε αξύριστο με ελαφρό γενάκι.

Μία Μπάρμπι λίγο γεματούλα και κοκκινομάγουλη (Αμπι Κόρνις) και φυσικά ξανθιά και απονήρευτη.

Τον Γκάντολφ από τον Αρχοντα των Δαχτυλιδιών, στο πιο ιντελλεκτουέλ του, αντε και με λίγο αίμα στα χέρια από τα επαίσχυντα πλην απαραίτητα βασανιστήρια του Μεσαίωνα. Για να μην μπερδευόμαστε τον Τζέφρι Ρας δηλαδή με κοτσίδα και ελισαβετιανή περιβολή.

Εναν εξαιρετικό Τζόρντι Μολλά, που παίζει τον Φίλιππο της Ισπανίας και είναι όλα τα λεφτά αυτή η τρέλλα στο μάτι.

Μια επίσης τρομακτικά πειστική Μαρία Στιουαρτ- Σαμάνθα Μόρτον. Κανονικά και τηρουμένων των αναλογιών αυτή η κυρία πρέπει να κερδίσει το Οσκαρ β’ γυναικείου. Κατά αντιστοιχία με την Τζούντι Ντεντς στον Ερωτευμένο Σαίξπηρ.

Και τέλος την Ιωάννα της Λωρραίνης με απαστράπτουσα πανοπλία με δαντελένιο τελείωμα στους καρπούς, με τα μαλλιά της Ραπουνζέλ στους ώμους, και το παγωμένο βλέμμα της οδύνης, κατά την ταινία Ελίζαμπεθ και για τους υπόλοιπους εμάς, Κέητ Μπλάνσετ (δώστε της το Οσκαρ επιτέλους, γιατί θα παίξει και τρίτο σήκουελ, την Ελίζαμπεθ πριν το τάφο!).

Τους ανακατεύετε όλους κυριολεκτικά όμως.

Και εξηγώ. Ο Κλάιβ Οουεν (σερ Γουόλτερ Ράλεϊ) ερωτεύεται την βασίλισσα αλλά πηδάει την Μπάρμπι και την αφήνει τελείως έγκυα και φυσικά την παντρεύεται.

Η Ελισάβετ καλοβλέπει τον κόκκινο κουρσάρο αλλά πολύ κωλοτρίβεται με την ξανθούλα κυρία της τιμής της. Κι όταν μαθαίνει τα περί γάμου και εγκυμοσύνης, τραβάει και μια υστερία οπου μαλλιοτραβιέται με την αμαρτωλή εγκυμονούσα, κι εσύ δεν καταλαβαίνεις αν το κάνει επειδή της είπε ψέματα και της έφαγε τον γκόμενο ή επειδή έχασε την ερωμένη της.

Ο Φίλιππος της Ισπανίας εκτός από φανατικός καθολικός έχει και μια ύποπτη εμμονή με την κόρη του Ισαβέλλα.

Οσο για τον μεγάλο αρχιδούκα Τζέφρι Ρας, παρά το γεγονός ότι ο αδελφός του είναι ο εγκέφαλος για την δολοφονία της Ελισάβετ μια χαρά τον προστατεύει και τον φυγαδεύει.

Εχουμε και λέμε δηλαδή, στο φαγητό εκτός από τα κύρια συστατικά-ηθοποιούς προσθέτετε και λίγη ομοφυλοφιλία, μια υποψία παιδοφιλίας, αρκετό θρησκευτικό φανατισμό (να μην ξεχνάμε και την πολιτική μας τοποθέτηση), κάτι άλογα που κολυμπάνε στην θάλασσα, τον μπουρλοτιέρη Κανάρη, αποσμασματικές σκηνές ναυμαχίες (τύφλα νάχουν τα Κανόνια του Ναβαρόνε), πολύ μάτσο από τον Κλάιβ, λίγη ίντριγκα από την Μεσαιωνική Ευρώπη, κι ύστερα στον φούρνο για 114 λεπτά.

Τι έβγαλε όλος αυτός ο ορυμαγδός;

Μια βαρετή ταινία, όπου το μόνο που με εντυπωσίασε ήταν τα κουστούμια και οι περούκες της Κέητ Μπλάνσετ.

Ευτυχώς που την είδα παρέα με έναν καλό φίλο και ξεκατινιαστήκαμε στην κριτική και στο θάψιμο.

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Περί ρατσισμού και άλλων δεινών


To να είναι κάποιος έξαλλος δεν είναι και πολύ καλός σύμβουλος
στην γραφή.
Και επίσης σε καμία άλλη εκδήλωση της ζωής.
Αν και ο θυμός μπορεί να γίνει κινητήρια δύναμη για
πολλά πράγματα, το εν βρασμώ ψυχής δεν μπορεί να
αποτελέσει επαρκή δικαιολογία για άλλα τόσα.
Παραπατώντας και παραπαίοντας ανάμεσα στην προσωπική
επικοινωνία και τον γραπτό λόγο βίωσα και βιώνω έρωτες και
φιλίες.
Αλλες φορές η γραφή είναι η ρυθμιστική βαλβίδα που
εκτονώνει ενίοτε την ένταση,

κι άλλες γίνεται πάλι η ταφόπλακα μιας σχέσης.
Ετσι περνώντας ο καιρός κατατείνω να πιστεύω ότι
«Εν αρχή είναι ο Λόγος».
Ο προφορικός, ο συνοδευόμενος με χειρονομίες,
εκφράσεις προσώπου,εντάσεις φωνής, αποχρώσεις ματιών και
γιατί όχι και αφές.

Μερικές φορές όμως το γραπτό κείμενο είναι η μόνη
διέξοδος και δίοδος επικοινωνίας.
Ετσι λοιπόν όταν καταλαγιάσει η αψάδα του θυμού και
η πραγματικότητα έρχεται να σου θυμίσει ποιές είναι
οι προτεραιότητες, τότε ξανακοιτάς το κείμενο σου,
στρογγυλεύεις τις άκρες, χτενίζεις την πικρία,
γλυκαίνεις τις σιωπές ανάμεσα στις γραμμές
και λες αυτό που θα ήθελες να πεις πιο χαμηλόφωνα.
Λέω , ή μάλλον γράφω κι εγώ λοιπόν :
Εμείς οι άνθρωποι είμαστε ρατσιστές
(όλο το ανθρώπινο είδος, ανεξαρτήτου χρώματος,
καταγωγής και κοινωνικής τάξης).
Κι εξαιτίας αυτού του ρατσισμού, που υποψιάζομαι
ότι τρέχει στο
DNA μας, πάντα είμαστε έτοιμοι
να κάνουμε ένα σχόλιο, λιγότερο ή
περισσότερο πικρόχολο για τον συνάνθρωπο μας.
Κάτι μεταξύ αστείου και σοβαρού.
Μεταξύ γυμνασιακής χοντράδας και αφ΄υψηλού
ενατένισης των Άλλων.
Κι ακόμα και τις φορές που δεν το εκφράζουμε μεγαλόφωνα,
σίγουρα το σκεφτόμαστε.
Έτσι κι αλλιώς ένα και το αυτό είναι.
Κι αφού λοιπόν όλοι μας είμαστε ρατσιστές,
έχουμε και όλοι μας υποστεί αυτόν τον
ίδιο τον ανεξέλεγκτο ρατσισμό από τους άλλους στο πετσί μας.
Αλλοι περισσότερο κι άλλοι λιγότερο.
Μόνο που όλο αυτό, είναι το παιχνίδι της
επικοινωνίας.
Το παιχνίδι της συγκεκριμένης κοινωνίας που εμείς
οι ίδιοι έχουμε κατασκευάσει.
Το φαίνεσθαι και το είναι.
Η σκιά και το φως.
Το φανερό και το κρυμμένο.
Ευτυχώς που για μερικούς το παιχνίδι σταματάει
ακριβώς εκεί.
Από κει και πέρα ξεκινά η διαβάθμιση και
η σοβαρότητα του ρατσισμού που εκφράζουμε.
Από το σχόλιο στην έμπρακτη εκδήλωση του οποιουδήποτε
ρατσισμού απέναντι στο συνάθρωπο μεσολαβεί
μια άβυσσος.
Η συνειδητοποίηση ότι όλοι μας είμαστε διαφορετικοί
και όλοι έχουμε ακριβώς το ίδιο δικαίωμα με τον
διπλανό μας στην ζωή νομίζω ότι
αποτρέπει κάποιους από εμάς να την διαβούμε αυτήν την
άβυσσο.
Εχοντας περάσει από σχολεία όπου έφαγα με το κουτάλι
την απόρριψη επειδή ήμουν πολύ καλή μαθήτρια,
από πολυτεχνεία και άλλα ευαγή ιδρύματα όπου τα κιλά
και η εξωτερική εμφάνιση έπαιζαν τεράστιο ρόλο στην
ερωτική προσεγγιση, από δουλειές αποκλειστικά
ανδροκρατούμενες όπου το φύλο καθόριζε τον αυτονόητο
επαγγελματισμό και συνεπώς και το ύψος της αμοιβής,
από νοσοκομεία όπου το φακελάκι σου εξασφάλιζε λίγη
επιπλέον ζωή, από σχέσεις που ο οικογενειακός και
ο κοινωνικός περίγυρος μετά βδελυγμίας αποκήρυσσε,
από πολιτικούς χώρους όπου η αντίρρηση σε εξίσωνε με τον
μπάτσο-γουρούνι-δολοφόνο, μπορώ να μιλάω έστω
και εξ απαλών ονύχων για το ρατσισμό της καθημερινότητάς
μας.

Ετσι λοιπόν, εν μέρει απολογούμενη και κάνοντας την
αυτοκριτική μου και εν μέρει προασπιζόμενη ένα
αναφαίρετο δικαίωμα στο να λέω την γνώμη μου,
θέλω να πιστεύω ότι τα σεξιστικά σχόλια που
κατά καιρούς εκτοξεύω κρυφίως και λίγο συνομωτικά
προς «ανυπεράσπιστους» συναθρώπους μου είναι αθώα
ή αν θέλετε δεν κρύβουν τίποτα άλλο παρά μια θεώρηση
του φαίνεσθαι στιγμιαία και παροδική.
Και σίγουρα δεν εμπεριέχουν τίποτα αμιγώς ρατσιστικό και
κακοπροαίρετο, μιας που κι εγω η ίδια έχω τύχει
μιας τέτοιας αντιμετώπισης.
Σαφέστατα και κάνω λάθος όταν χαρακτηρίζω κάποιον
που τον ξέρω μόνον εξ όψεως και εξ ολίγης συνανστροφής
με οποιοδήποτε μειωτικό επίθετο σεξουαλικού προσανατολισμού.
Μόνο που εκφράζω αυτό που πέρασε φευγαλέα από το μυαλό μου.
Και το οποίο στηρίχτηκε σε κάποιες παρατηρήσεις,
έστω και σύντομες, έστω και παραπλανητικές,
και σε κάποια ερεθίσματα τα οποία συνέλεξα από το αντικείμενο
του χλευασμού μου.
Από κει και πέρα όμως, είμαι διατεθειμένη να δώσω και
σε εκείνο και σ’ εμένα 100+1 ευκαιρίες να με πείσει
ότι σφάλλω οικτρά και ότι θα πρέπει
να καταπιώ την γλώσσα μου.
Το μόνο που τελικά προσπαθώ να αρθρώσω εδώ, είναι ότι πολύ απλά το
παιχνίδι της ζωής έχει εξαιρετικά σκληρούς κανόνες και καλά
θα κάνουμε να τους αναγνωρίζουμε.
ΥΣ: Γραμμένο εδώ και κάμποσο καιρό αυτό το κείμενο, το αναρτώ τώρα, όντας λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων αρκετές μέρες της βδομάδας εκτός του άστεως, θεωρώ ότι αυτή είναι η πιο ακατάλληλη στιγμή για θυμούς.

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2007

Αναστολή

Κλειστόν λόγω ανειλλημένων (και αλλειμένων θα τολμούσα να πω) υποχρεώσεων και εξωγενών και ενδογενών παραγοντων για λίγες μέρες.

Οπως έλεγε παλιότερα και η ΥΕΝΕΔ, Διάλειμμα ολίγων λεπτων.

See you around.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2007

95η Ανάρτηση

Ακούω ένα αναπάντεχο τραγούδι, της βροχής και της απόστασης.
Το σπίτι είναι μόνο του.
Αναπνέει μόνο του.
Εξω τα βαρομετρικά είναι εξαιρετικά χαμηλά κι ο αέρας ταλαιπωρεί ανελέητα τις γλάστρες μου.
Το φως κατευθείαν πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή για να διαθλαστεί στα μαύρα πλήκτρα και να απλωθεί ελάχιστα στο χώρο.
Το αλκοόλ πάντα συνοδευτικό.

Μου λείπει η μυρωδιά του καπνού.
Εντονη η παρόρμηση να το ξαναρχίσω. Van Nelle σε στριφτό σκέφτομαι.


Ακούω μια απρόσμονη μουσική.
Της εγγύτητας και του απόμακρου.
Μαζί και χώρια.
Μου θυμίζει τους καινούργιους έρωτες.
Εκείνους που ξακρίζουν στην γωνία, κι εσύ αναζητάς μάταια τα γυαλιά σου για να τους διακρίνεις.
Κι ύστερα κρύβονται στις πτυχές από το πολύχρωμο πουλόβερ και περιμένουν τις ώρες της τόλμης για να ξεμυτίσουν.

Ακούω μια μουσική που κάτι μου θυμίζει.
Μπορεί να είναι το
nearness of you, μπορεί και να μην είναι τίποτα.
Ψάχνω στις παρατημένες μου αναμνήσεις να την βρω.
Στα ασπρόμαυρα φίλμ ενός άλλου αιώνα.
Στις αποτυπώσεις ενός πόθου σκοτεινού.

Ακούω μια μουσική που με κάνει να την θέλω απεγνωσμένα.
Σαν την τελευταία σταγόνα από μια ηδονή που στερήθηκα.
Σαν την στριφογυριστή σκάλα μιας αγάπης που δεν ανέβηκα ποτέ.
Σαν την υπόσχεση που μου έδωσες όταν συναντήθηκαν οι λέξεις μας.
Σαν την φαντασίωση που με αποκοιμίζει κάθε βράδυ.
Τόσο κοντά, τόσο μακριά.
Τόσο καινούργιο, τόσο γνώριμο.

Ακούω μια μουσική σ΄ένα σκοτεινό σπίτι, παραμονές μιας βροχής που ήρθε επιτέλους, κρατώντας συντροφιά στον εαυτό μου, όπως πάντα.

Βράδυ Δευτέρας. Οπως πάντα.

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2007

Αγαπημένο Βρωμο-Δουβλίνο

Οι εντυπώσεις ενός περιηγητή (άσκοπου) από ένα σκόπιμο και προγραμματισμένο ταξίδι στην Ιρλανδία.


Mέρα 1α. Δουβλίνο 13/04/01 (ώρα Ελλάδος 13:00).
Μ.Παρασκευή

Οπως θάπρεπε να είναι ένα αξιοπρεπές Δουβλίνο, βροχερό, θλιμένα αριστοκρατικό, κουλτουριάρικα αυτόνομο, εξωτερικά ήρεμο και μέσα από τα «καφέ» αναβράζων.
Περίεργη αίσθηση μιας πόλης που μόλις ανακαλύπτεις.
Κυρίαρχο στοιχείο το νερό. Σε κάθε του μορφή. Βροχή. Ποτάμι. Στέγες που στάζουν. Ρυάκια στους δρόμους. Σταγόνες στα πρόσωπα των ανθρώπων.
Εδώ Δουβλίνο.

Μέρα 1β. Δουβλίνο 13/04/01 (ώρα Ελλάδος 18:45).
Μ.Παρασκευή

Η εγγύτητα της απόστασης.
Πώς είναι δυνατόν μια απουσία να είναι τόσο έντονη και φανερή !

Πίσω στο ξενοδοχείο μετά από πολλές ώρες ποδαρόδρομο.
Παιδάκια. Απειρα παιδάκια. Σε καροτσάκια, σε αγκαλιές, να τα κρατούν απο το χέρι, να τα σέρνουν μαζί τους παντού. Παιδάκια με ξανθά μαλλιά, με μπλε μάτια, με χαμόγελα, γκρινιάρικα. Πολλά παιδάκια. Δεν τους απασχολεί φαίνεται το μέλλον αυτού του κόσμου τους Ιρλανδούς. Τους αισθάνομαι σίγουρους, βέβαιους ότι η διαιώνιση της ράτσας τους είναι πρωταρχικό μέλημα. Η μήπως μου φαίνεται;
Νάσουνα εδώ!
Η παρουσία δια της απουσίας!
Η εγγύτητα της πιο μακρινής απόστασης!

Μέρα 2. Δουβλίνο 14/04/01 (ώρα Ελλάδος 21:03).
Μ. Σάββατο

Σήμερα ήταν η μέρα των μουσείων. Είδαν τα μάτια μας μουσεία και εκθέματα και πίνακες και βιβλία και φωτογραφίες και φυσικά το σπίτι του James Joyce και το εργοστάσιο της Guinness και ποδαρόδρομος και ορθοστασία. Η μία παράσταση μετά την άλλη. Απίστευτες προσλαμβάνουσες. Πώς να χωρέσουν όλες μέσα σε λίγες ώρες; Τόσες συγκινήσεις μαζεμένες!
Υπερβολικό! Αδύνατο! Όλες παραμένουν αταξινόμητες, έρχονται και φεύγουν και πλημμυρίζουν τα μάτια μου και στριμώχνονταιστην σκέψη μου.

Wish you were here!
Είναι δύσκολο το ταξίδι με κάποιον που δεν τον ξέρεις και τόσο καλά. Η παγωνιά του Δουβλίνου γίνεται πιο διαπεραστική. Τόσες συγκινήσεις. Τόσες παραστάσεις. Κι ο χρόνος μας μόνο μια φλασιά!!!

Μέρα 3. Δουβλίνο 15/04/01 (ώρα Ελλάδος 13:32).
Κυριακή του Πάσχα

Στον σταθμό του τρένου αναμένοντας να περάσει η ώρα να πάρουμε την αμαξοστοιχία Δουβλίνο-Greystones (μια παραλιακή πόλη στον Αντλαντικό).
Ο ήλιος μπαίνει και βγαίνει. Ο κόσμος σήμερα ανύπαρκτος. Κυριακή του Πάσχα, οικογενειακή γιορτή. Μπα, μάλλον συνέρχονται από το χθεσινοβραδυνό μεθύσι. Περίεργη αίσθηση σου δημιουργεί τελικά η Ιρλανδία.Κάτι ανάμεσα σε χαμόγελο και απελπισία.

Δεν μπορώ ακόμα να το καταλάβω. Μια χαρμολύπη ίσως; Είναι όλοι τους ευγενικοί, εξυπηρετικοί, έτοιμοι να σου πιάσουν κουβέντα, κι όμως κάτι υπάρχει. Ισως φταίει κι ο καιρός. Απίστευτο πόσο δεν μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι δεν κατάλαβα φέτος το Πάσχα. Ούτε αβγά, ούτε φωτοβολίδες, ούτε αρνιά, ούτε κλαρίνα. Τίποτα. Μόνο ποδαρόδρομος, σπίτια με κόκκινα τούβλα, ψιλόβροχο, κοκκινομάλληδες χαμογελαστοί άνθρωποι. Οι συνήθειες μιας ζωής, εντός κι εκτός, από απόσταση και από μέσα. Εμείς και οι συνθήκες! Πόσο πλασματικός είναι τελικά ο μικρόκοσμος μας!

Μέρα 3α. Δουβλίνο 15/04/01

Για να μην ξεχνάμε και τις κυριακάτικες συνήθειες μας, αγόρασα τους «Κυριακάτικους Times» της Ιρλανδίας. Με καφέ, χωρίς τσιγάρο, σ΄έναν άγνωστο σταθμό τρένων, να ξεφυλλίζω μια πρωτοδιάβαστη εφημερίδα.
Δεν κάνει και πολύ καλό στην ψυχή να συνεβρίσκεσαι με ανθρώπους που τους θαυμάζεις! Οχι, δεν υπάρχουν καβγάδες, διαφωνίες, γκρίνιες, αντιπαραθέσεις, απλά η παγωνιά του Δουβλίνου έρχεται και κατοικοεδρεύει ώρες και φορές ανάμεσα μας. Δυο άνθρωποι που δεν θα συναντηθούν ποτέ και πουθενά, συνταξιδιώτες σε μια πόλη που ισορροπεί μεταξύ χαράς και απόλυτης θλίψης. Μοναδικός συνδυασμός. Μου λείπουν οι φίλοι μου!

Μέρα 3γ. Δουβλίνο 15/04/01 (ώρα Ελλάδος 14:47).
Κυριακή του Πάσχα.

Τι άξιζε απ’ όσα είδαμε και βλέπουμε; Δεν ξέρω!
Τι θα μου μείνει αξέχαστο; Δεν ξέρω!
Θυμάμαι έντονα τις βιομηχανικές συνοικίες, τις βιτρίνες των κρεοπωλείων με τα χιλιάδες είδη κρεάτων, χοιρομεριών,
ζαμπόν και δεν συμμαζεύεται. Τους άστεγους με τις κουβέρτες και τα χαρτόνια στις γωνίες των βρεμένων δρόμων. Οι άνθρωποι στους σταθμούς, στους δρόμους, οι υπαίθριοι πωλητές λουλουδιών, τα παιδιάκια. Τα εσωτερικά ταξίδια σε μια «εξωτική» χώρα, όπως ίσως η Ιρλανδία;
Κυριακή του Πάσχα.
Σκουπιδιάρηδες. Μεθυσμένοι. Βράδυ Παρασκευής σε κεντρικό σινεμά της πόλης.
Full Irish breakfast κάθε πρωί στο ξενοδοχείο. Μπύρες, πολλές μπύρες, ατελείωτα ποτήρια Guinness πίσω και πάνω στους πάγκους των pub. Ιρλανδία. Ενα εσωτερικό εξωτικό ταξίδι!!!

Μέρα 4. Δουβλίνο 16/04/01 (ώρα Ελλάδος 15:56). Δευτέρα του Πάσχα.

Αεροδρόμιο.
Η διαδικασία της επιστροφής στα πάτρια εδάφη ξεκίνησε. Αποχαιρετώντας το «αγαπημένο βρωμοδουβλίνο» περάσαμε και ήπιαμε την τελευταία μας
Guinness σε μια ιστορική pub πουστέκεται θεματοφύλακας των ιερών και οσίων ποτών από το 1779.
Εντυπώσεις; Συγκεχυμένες. Η καλύτερα αλλοπρόσαλλες, όπως άλλωστε ο καιρός και οι άνθρωποι.
Ηλιος, ζέστη, βροχή, κρύο, χαμόγελα, άστεγοι, μεθυσμένοι, ευγενείς και φιλικοί, απόμακροι και δυστυχείς.

Ωρα Ελλάδος 16: 04.

Ωρα Ιρλανδίας 14:04.

Ωρα να γυρίσουμε στην καθημερινότητα και την ασφάλεια μιας στημένης και οργανωμένης ζωής και να αφήσουμε τα μεγάλα ταξίδια και τις περιπέτειες για τα επόμενα όνειρα μας.

Να θυμηθώ : - Να χαμογελάω πιο συχνά στις λιακάδες μου.

- Να γκρινιάζω για τους πονοκεφάλους μου.

- Να μην ξαναπάω ούτε μέχρι τη γωνία με βαθύτατα δυστυχισμένους ανθρώπους.

- Να ξαναγυρίσω στο βροχερό, αλλοπρόσαλλο, υγρό «βρωμοδουβλίνο» απόλυτα μόνη μου.

Τα ταξίδια της ψυχής, οι αναμνήσεις μιας περιήγησης, οι αποφάσεις της τελευταίας στιγμής και το ξενύχτι μιας άσκοπης αγρύπνιας. Όλα αυτά μου θυμίζουν Δουβλίνο. Όλα αυτά μου θυμίζουν Ελλάδα.

Το τέλος του ταξιδιού.

Μέρα 5. Αθήνα 17/04/01 (ώρα Ελλάδος 11:35).

Ο επίλογος μιας περιήγησης γράφεται πάντα στον τόπο της εκκίνησης. Οπως ο δολοφόνος επιστρέφει πάντα στον τόπο του εγκλήματος, έτσι και ο πλάνητας περιηγητής ξαναγυρνά στην βάση του.
Φιλόξενη και ξένη πόλη η Αθήνα.
Απόμακρο και γεμάτο θαλπωρή το τεμπέλικο πρωινό στο σπίτι.
Πίσω στην πραγματικότητα ή την παραίσθηση;

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2007

Mελό ΙΙ

Άγριο πράγμα η αγάπη, ανεξέλεγκτο.
Σε κυριαρχεί και σε αιχμαλωτίζει, σου επιβάλλει όρους και συνθήκες
Ο πατέρας μου κρατήθηκε στην ζωή 9 χρόνια γιατί η μάνα μου τον αγαπούσε και η δική της η ζωή κρεμόταν από την δική του. Εκείνος ήθελε να φύγει αλλά η αγάπη είχε βγάλει απαγορευτικό απόπλου.

Σκληρό πράγμα η αγάπη, απάνθρωπο.
Καμιά ελευθερία, καμιά ανεξαρτησία, ούτε καν μια δημοκρατική πνοή.
Η μάνα μου άρρωστη πια σήμερα, σέρνεται κι εγκλωβίζεται σ΄έναν μίζερο κύκλο θύμησης κι άγνοιας. Κι όμως εγώ την αγαπώ και την πιέζω, την εξαναγκάζω να κρατηθεί, να προσπαθήσει.

Απαραίτητο ναρκωτικό η αγάπη, αναπόφευκτο.
Αγαπάς γιατί δεν έχεις άλλη επιλογή. Γιατί δεν έχεις άλλο τρόπο επιβίωσης. Γιατί η μοναξιά σου γιγαντώνεται καθημερινά και ο ίσκιος της είναι πολύ βαρύς για να το κουβαλήσεις μόνος σου.


Και γίνονται οι φίλοι κομμάτια ακριβά από το βιος σου. Κι ο σύντροφος ο τόνος από την ανάσα σου. Κι όταν κάποιος χάνεται, μένεις πένητας και άρρωστος.

Θανατηφόρο παιχνίδι η αγάπη. Στο όνομα της καταρράκτες αίματος έχουν χυθεί. Κι όμως έτσι κι αλλιώς υποχρεωτικό.
Δέσμιος μιας μοίρας που δεν άλλαξε χιλιάδες χρόνια τώρα, ακολουθείς τους μελλοθάνατους σε μια πορεία καταδικασμένη στην φθορά και την απώλεια.

Μαθαίνεις να ζεις με τους πόνους και τις λιακάδες της. Τους παγετώνες και τους καύσωνες.
Μαθαίνεις να ζεις και ν’ αγαπάς.
Να εξαρτιέσαι και να εξαρτατάς.
Να βαραίνει η γνώμη σου.
Να μετράει αγκάθια η απουσία σου.

Άγριο πράγμα η αγάπη, σαρκοβόρο.
Τις σάρκες μου , τις σάρκες σου, τις σάρκες μας στην αγορά εκθέτουμε, στο παζάρι μιας ανελέητης ζωής και περιμένουμε πελάτες.
Άγριο πράγμα η αγάπη. Όπως άγρια και ανελέητη και η Φύση. Όπως άγριο και ανεξερεύνητο το Σύμπαν εκτός και εντός σου.

Τόσο άγριο μα τόσο ακριβό!!!!!!!!!!

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2007

Μελό

Μ’ αρέσουν οι ασπρόμαυρες μελό ταινίες. Τα τραγούδια του Αττίκ, του Γιαννίδη και του Σογιούλ, οι γυναίκες με το μυστηριώδες ύφος και τα κόκκινα χείλη και οι άνδρες που φοράνε παναμά και σου τραβούν την καρέκλα για να κάτσεις.

Μ’ αρέσει να ονειρεύομαι με ανοιχτά τα μάτια, κυρίως όταν περπατάω σ΄αυτήν την πόλη και κρυφοκοιτάζω μέσα από τα μισάνοιχτα παράθυρα των παλιών σπιτιών.

Μ’ αρέσουν τα μέρη που αναδίδουν έναν αέρα decadence και παλαιϊκότητας, τα λίγο λούμπεν, τα ξεχασμένα από τον χρόνο.

Οι ιστορίες οι ειπωμένες με μια γλώσσα λίγο παρωχημένη, τα φίλμ νουάρ όπου πάντα μια γυναίκα είναι η αρχή και το τέλος του πρωταγωνιστή.

Τα βιβλία από δεύτερο χέρι στους παγκους των παλιοβιβλιοπωλείων, τα παπούτσια με την μπαρέτα και τα λίγο φαγωμένα (ίσως από τον χορό) τακούνια.

Οι άνθρωποι που έχουν γραμμένη την ιστορία της ζωής τους σε πρόσωπο και χέρια, οι παλιές πολυκατοκίες με το έρημο θυρωρείο και την ξύλινη κουπαστή στην σκάλα.

Ετσι λοιπόν όταν βλέπω την ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα τα «Χειροκροτήματα», έχω την αίσθηση ότι όλος μου ο ονειρικός κόσμος είναι κλεισμένος εκεί.
Μια ταινία του 1944 λίγο πριν γυρίσει ο Τσάπλιν τα «Φώτα της Ράμπας» με την ίδια ακριβώς θεματολογία.

Ένας διάσημος καλλιτέχνης (ο Κλέων Τριανταφύλλου κατά κόσμον Αττικ) στη δύση της καριέρας του γνωρίζει μια νεαρή ταλαντούχα τραγουδίστρια και αφιερώνει τα πάντα στο να την καταστήσει πρώτο όνομα. Αυτή όμως η προσπάθεια τον καταστρέφει οικονομικά και καταλήγει να παίζει μουσική σε ταβέρνες προκειμένου να εξασφαλίσει απλώς τα προς το ζήν. Τελικά η προστατευομένη του, που εν τω μεταξύ έχει γίνει διάσημη, τον βρίσκει και του προσφέρει την ευκαιρία να παίξει ξανά σε ένα μεγάλο θέατρο, μπροστά σε πολυπληθές κοινό. Ο ασθενικός γέροντας δεν αντέχει τη συγκίνηση και πεθαίνει πάνω στη σκηνή, παίρνοντας μαζί του και τα τελευταία χειροκροτήματα. Λίγο μετά την ολοκλήρωση της ταινίας ο Αττίκ πέθανε, με αποτέλεσμα αυτή η ταινία να είναι και η μοναδική του κινηματογραφική εμφάνιση.

Δεν μ΄ενοχλεί ούτε ο κακός ήχος κάποιες στιγμές, ούτε η εικόνα που τρέμει (άλλωστε κι εγώ κάθε φορά μου φαίνεται ότι τρέμω λίγο ), ούτε το τόσο εμφανές μελό της ιστορίας. Αφήνομαι στην γοητεία μιας άλλης εποχής, στο βύθισμα σε χώρα της μη πραγματικότητας και στο ταξίδι που δεν θα κάνω ποτέ.
Η μαγεία του ανέφικτου που πάντα τελειώνει μ΄ενα φρενήρες χειροκρότημα.

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2007

Shortcuts


Στιγμιότυπο 1ο : Οδηγώ στην πηγμένη Εθνική Αθηνών – Λαμίας. Μα πού πάμε όλοι εμείς πρωί-πρωί; Ακούω ραδιόφωνο και σκέφτομαι διάφορα, μάλλον χρώματος γκρι. Και ξαφνικά ακούγεται η μουσική από το «η αγάπη χάθηκε στην σκόνη». Γυρίζω 20 τοσα χρόνια πίσω , φοιτήτρια στη Πάτρα, όταν το πρωτάκουσα. Χαμογελάω ασυναίσθητα. Τα χρώματα γύρω μου γίνονται κόκκινα.

Στιγμιότυπο 2ο : Μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι στην δουλειά, συν το γεγονός ότι ο υπολογιστής έχει κολλήσει έναν βρωμοϊό και κάθε τρία λεπτά βγάζει ένα ακαταλαβίστικο μήνυμα και μου τσακίζει τα ήδη κατακουρελιασμένα νεύρα μου. Χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ένας φίλος. Να μαζευτούμε, να φάμε όλοι μαζί. Το μυαλό μου γεμίζει ιδέες, μυρωδιές, γεύσεις.

Στιγμιότυπο 3ο
: Μετά από μια δύσκολη μέρα γυρνάω σπίτι. Το ασανσέρ είναι πάλι χαλασμένο. Και ο πέμπτος μου φαίνεται μαραθώνιος. Όμως βρίσκω ζεστό νερό για μπάνιο. Ταινιούλα (χαζή, αλλά δεν πειράζει) στο dvd , μπουκάλι από το αγαπημένο μου κόκκινο κρασί. Απλώνω τα πόδια στο καναπέ, και διώχνω τα μαύρα χρώματα από το σαλόνι. Ετσι κι αλλιώς το σπίτι είναι βαμμένο σε τόνους του κίτρινου.

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2007

Μνήμη ΙΙ



Η μάνα ήταν ωραία γυναίκα στα νιάτα της. Μοσχοαναθρεμμένη, με τις καλόγριες και τα γαλλικά της. Υστερα όταν ο πατέρας της έφυγε ξαφνικά και τις άφησε, την μητέρα της κι εκείνη, με κάτι λίγες ψωριάρικες λίρες (ακόμα τις φυλάει να τις δώσει προίκα), σπούδασε δασκάλα για να μπορέσουν να ζήσουν. Παντρεύτηκε στα εικοσι της κάποιον με τα διπλά της χρόνια για την ασφάλεια. Τον χώρισε στους έξι μήνες. Εν έτει 1956. Μέσα σε άγριους καιρούς.
Τώρα, πατημένα τα εβδομήντα, μ έναν καρκίνο να την παραμονεύει, ξεχνάει να πάρει τα φάρμακα της. Ξεχνάει τι συζητάει από το απόγευμα μέχρι την άλλη μέρα. Φοβάται αν της υψώσεις τον τόνο της φωνής.
Το πέρασμα των χρόνων το αναγνωρίζεις πάνω στους άλλους. Τα σημάδια της φθοράς δεν τα βλέπεις στον καθρέφτη, τα ψηλαφείς σε χέρια που σε κανάκεψαν.

Η μάνα ήταν ωραία γυναίκα. Αν και παιδί της κατοχής, ήταν ψηλή, θεωρητική, με μια σιλουέτα που έφερνε στην Σοφία Λόρεν, και μια αγάπη για τα ξανθά μαλλιά από φοιτήτρια. Παντρεύτηκε ξανά από έρωτα. Φόρεσε παντελόνια στο σχολείο όπου δούλευε. Κάπνιζε και οδηγούσε αυτοκίνητο.
Τώρα, αφήνει τα μαλλιά της άβαφα για μήνες, με τ΄άσπρα να κυριαρχούν και να την κατακυριεύουν. Τριγυρίζει με στραβοπατημένες παντόφλες μέσα στο σπίτι κι όλο παραπονιέται ότι τα τσιγάρα της , κατι φριχτα slim, τελειώνουν.
Δεν μπορείς να συμφιλιωθείς με τα γηρατειά, με το ξέσκισμα της εικόνας, με την αντανάκλαση της ίδιας σου της εξάρτησης από κάποιον κραταιό που πια κατέρρευσε.

Η μάνα ήταν ωραία γυναίκα στην ξεχασμένη της νεότητα. Ανέβαινε την Ακαδημίας και σταματούσε το τραμ για να περάσει το δρόμο. Τα ρούχα της ήταν πάντα ραμμένα σε μοδίστρα και τα παπούτσια πάντα ασορτί με την τσάντα και τα γάντια. Κράτησε σπίτι, σπούδασε παιδιά, έχτισε μια μικρή οικονομική άνεση.
Τώρα κρύβει τα χρήματα της στα συρτάρια κι ύστερα παραπονιέται ότι δεν της φτάνει η σύνταξη. Τώρα κοιμάται και ξυπνάει με μια βαθιά επιθυμία φυγής.
Ερχεται η πραγματικότητα και στέκεται μπροστά σου. Σε υποχρεώνει να ενεργήσεις, να πας παρακάτω. Να μάθεις να ζεις με τους μεταλλαγμένους ζωντανούς σου.

Η μάνα ήταν ωραία γυναίκα κάποτε, κι όταν την βρίσκεις στις καλές της μέρες, γιατί υπάρχουν και τέτοιες, μοιάζει να γερνάει όμορφα, ειρηνικά. Θυμάται ιστορίες με μικρά παιδιά και εκδρομές. Και από καιρό σε καιρό, θυμάται τις συνταγές της μικρασιάτισσας γιαγιάς, και το σπίτι της μοσχομυρίζει κύμινο από τα σουτζουκάκια και κρέμα από το γαλακτομπούρεκο. Τις περισσότερες μέρες όμως ξεχνάει να φάει και αρνείται κατηγορηματικά να πάρει γυναίκα να την βοηθάει στις δουλειές.
Κι απλά εσύ περιμένεις. Την αναπότρεπτη πορεία. Την μεταμόρφωση της αγάπης. Το τέλος της εποχής.

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2007

Kαλή Ζωή

Σε αντίστιξη με το προηγούμενο κείμενο, μαζεύω στιγμές μιας καθημερινότητας και σύμφωνα μ' αυτές ορίζω την καλή ζωή.

Κυριακή απόγευμα. Στην είσοδο της πόλης, στην αρχή της Αχιλλέως. Σταματημένη στο φανάρι χαζεύω τα γύρω σπίτια. Ενας άνδρας, πατημένα τα πενήντα, με άσπρα μαλλιά και μουστάκι ακουμπάει στο μπαλκονάκι της εισόδου στον α΄όροφο. Το σπίτι παλιό ξεδοντιασμένο, με παράθυρα σκούρα μπλέ να χάσκουν και ένα φωτάκι στην είσοδο να θυμίζει την τωρινή του χρήση. Κάποτε φιλοξενούσε οικογενειακές γιορτές. Τώρα πια μοναχικά πάθη. Κι ο άνδρας καπνίζει και προσπαθεί να στερεώσει στους γερασμένους τοίχους το κλωνάρι μιας μπουκαμβίλιας. Ενώ στην είσοδο , κάτω στο δρόμο, ένας νέος άνδρας καταμελάχροινος κοιτάει καχύποτα γύρω. Να μπει ή να μην μπει. Το φανάρι γίνεται πράσινο και τα λουλούδια της μπουκαμβίλιας βαθύ ροζ.

Παρασκευή βράδυ. Στις παρυφές των Εξαρχείων ποτό και συζήτηση με φίλους. Για ταινίες και μουσικές. Για απώλειες και παρουσίες. Για τον έρωτα που κάθε φορά μας γλιστράει από τα δάχτυλα.

Τετάρτη πρωί στην πλατεία Κουμουνδούρου. Κάνει ζέστη. Φθινοπωρινή σε μια άνυδρη πόλη που διψάει για δροσιά και όχι μόνο. Ο γνωστός ρακοσυλλέκτης της πλατείας , ντυμένος με βαρύ χειμωνιάτικο παλτό, σέρνοντας το βιός του σ΄ένα καροτσάκι της λαϊκής ψάχνει μια σκιά. Να κάτσει κάτω, ν ανάψει τσιγάρο. Τα δάχτυλα του κίτρινα από τη νικοτίνη. Ήρεμος χαιδεύει ένα αδέσποτο φίλο.

Σάββατο μεσημέρι στο σπίτι. Εχουν έρθει φίλοι και μαγειρεύουμε. Κάτι φασολάκια βράζουν στην κατσαρόλα κι ένα φαγκρί ψήνεται στο φούρνο. Εχουμε ανοίξει κι ένα Σαντορινιό κρασί και αναλύουμε τις σχέσεις. Κουβέντες που αύριο μπορεί και να έχουν ξεχαστεί. Στο τέλος τσακίζουμε ένα σπιτικό τζηζκέηκ που από εμφάνιση είναι μάλλον αποτυχημένο αλλά από γεύση μια χαρά. Όπως άλλωστε όλοι μας.

Πέμπτη βράδυ. Οι ήχοι μιας μουσικής μάλλον ανατολίτικης φτάνουν ως την άλλη άκρη της πλατείας. Βγαίνω στο μπαλκόνι. Στην απέναντι πολυκατοικία κάποιοι έχουν γιορτή. Το διαμέρισμα μικρό, στενάχωρο, ο κόσμος πολύς. Στριμώχνεται ακόμα και στο μπαλκόνι. Φτενό κι αυτό. Μιλούν δυνατά. Χειρονομούν. Μου φαίνεται πως μυρίζω καπνό από μήλο στον ναργιλέ. Η χαρά τους πλημμυρίζει τον δρόμο, απλώνεται στα πεζοδρόμια. Τους χαζεύω για πολύ ώρα.

Τρίτη βράδυ. Στα Εξαρχεία ξανά. Παρέα με νέους απρόσμενους φίλους. Συζητήσεις για τα blogs και τους bloggers. Αθώα κουτσομπολιά, βότκες και καρότα με ξύδι. Χαμόγελα απροσποίητα. Μάτια υγρά. Καινούργια μονοπάτια. Σχέδια για ταξίδια. Υποσχέσεις για συνευρέσεις πάνω από φορτωμένα τραπέζια.

ΥΣ: Εξαιρετικά αφιερωμένο σε όλους τους ακριβούς μου φίλους.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2007

Μνήμη


Οκτώβριος 2000 : Οταν χτύπησε το τηλέφωνο ήταν Κυριακή πρωί, γύρω στις επτά. Το περίμενα αυτό το τηλεφώνημα πολλά χρόνια. Από την άλλη άκρη η φωνή της μαμάς. Ελα. Ο μπαμπάς.

Φεβρουάριος 2007 : Όταν χτύπησε το τηλέφωνο ήταν Κυριακή πρωί, γύρω στις επτά. Δεν το περιμέναμε αυτό το τηλεφώνημα. Η μέγγενη μου έσφιξε την καρδιά. Από την άλλη άκρη της γραμμής η φίλη. Η Κατερίνα έφυγε.

Ο πόνος δεν έχει συντελεστή. Δεν έχει πολλαπλασιαστή. Εχει μόνο διάρκεια.

Στο 3ο νεκροταφείο : Στην κηδεία του μπαμπά, ήθελα να φορέσω λευκά. Εκανε και μια αφύσικη ζέστη για τέλος Οκτωβρίου. Τα μαύρα με ζέσταιναν. Και τα δάκρυα δεν έρχονταν.

Στο 1ο νεκροταφείο : Στην κηδείας της Κατερίνας δεν θυμάμαι τι φόραγα κι ας έχουν περάσει μόνο μερικοί μήνες. Στην σκιά έκανε ψύχρα και ο ήλιος δεν μπορούσε να με ζεστάνει. Και τα δάκρυα δεν έρχονταν.

Ο αποχαιρετισμός δεν φέρνει ανακούφιση. Δεν σου επιφυλάσσει καμία δικαίωση. Μόνον απουσία.

Ο μπαμπάς ήταν χρόνια άρρωστος. Οταν πια πέθανε ένιωσα ξαλαφρωμένη.

Η Κατερίνα έψαχνε χρόνια να βρει αυτό που όλοι μας αναζητάμε. Οταν πέθανε μας άφησε με ένα μεγάλο γιατί.

Η αγάπη μετριέται με τις εκλεκτικές συγγένειες κι όχι με τις εξ’ αίματος, νόμιζα.
Η αγάπη μετριέται όπως εκείνη θεωρεί ότι μπορεί να αναμετρηθεί
.

Νοέμβριος 2000 : Μόνη στο παλιό σπίτι. Ανήμερα της γιορτής μου σε μια προσωπική συζήτηση με ένα μπουκάλι βότκα κι ένα απόντα.

Φεβρούαριος 2007 : Ολοι μαζί στο Καφέ Αβησσυνία. Ανήμερα των γενεθλίων μου. Σε μια γιορτή – μνημόσυνο.

Με την φθορά δεν θα συμφιλιωθώ ποτέ.
Με τις απώλειες δεν θα κάνω ανακωχή.

ΥΣ: Να θυμηθώ να δώσω σ΄εκείνους που το χρωστάω, ένα φιλί.

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2007

Παρασκευή βράδυ στην άκρη της πόλης

Όλα ήταν σχεδόν άγνωστα. Παρά την σινεμανία μου, ούτε την ταινία ήξερα κι ας ήταν του ’90 ούτε τον σκηνοθετη (Reflecting skin του Φίλιπ Ρίντλευ). Ετσι ρώτησα απλά ένα φίλο, είναι καλή κι εκείνος αδίστακτα είπε, εσένα θα σου αρέσει. Τα ταξίδια ξεκινάνε από τις αίθουσες αναμονής, τουτέστιν από τον κινηματογράφο που θα πας.

Κατεβαίνω τις σκάλες για το ΑΣΤΥ πολλά χρόνια τώρα, κι η αίσθηση είναι πάντα η ίδια, μια αόρατη μαγική πόρτα που οδηγεί σε χρόνους απόντες και παρελθοντικούς. Παρά το υπερμοντέρνο γυμναστήριο που ενοχλεί την ματιά, η ατμόσφαιρα του παλαιϊκού διασώζεται. Και τι δεν έχω δει εδώ μέσα. Από την «Αυτοκρατορία των αισθήσεων» μέχρι τις «Ζωές των άλλων». Βυθίζομαι στην πολυθρόνα, που ευτυχώς για την μεση μου δεν μετράει τόσα χρόνια, και περιμένω τους τίτλους της αρχής.

Δεκατία του 50, μια Αμερική περίκλειστη και ασφυκτική, ανασαίνει τον συντηρισμό και την προκατάληψη. Σε μια αγροτική περιοχή που τα χρώματα είναι λες και βγαίνουν από πίνακες ζωγραφικής, τόσο έντονα και φωτεινά, σε μια προσπάθεια να νικήσουν το μαύρο που αναβλύζει από παντού, ένα επτάχρονο αγόρι ανακαλύπτει τον κόσμο. Ο πατέρας του αυτοκτονεί όταν κατηγορείται για τη δολοφονία ενός μικρού αγοριού, εκείνος όμως πιστεύει ότι είναι έργο της μυστηριώδους νεαρής χήρας Ντολφίν.

Δύσκολη ταινία. Στα όρια του προκλητικού και του ακατόνοητου. Πρέπει να αφεθείς, να μπεις στο εφιαλτικό σύμπαν του μικρού Σεθ, να βιώσεις μαζί του την διαστρέβλωση μιας πραγματικότητας που έτσι κι αλλιώς κατακερματισμένη και αποσπασματική αγγίζει τον καθένα μας.

Η αθωότητα της παιδικής ηλίκιας που ποτέ δεν υπήρξε, η μητρική αγάπη που μόνιμα γίνεται δηλητηριώδης, ο έρωτας που πάντα οδηγεί στην τρέλα και τον θάνατο, και οι αμαρτωλές σκέψεις που τους στοιχειώνουν όλους και επιφέρουν την έσχατη τιμωρία. Όλα αυτά κινηματογραφημένα σχεδόν λυρικά, σ’ ένα τοπίο όπου τα κίτρινα στάχυα της απεραντοσύνης εναλλάσσονται με τα κουφάρια σκουριασμένων αυτοκινήτων υπό τους ήχους μιας έξοχης αγωνιώδους μουσικής.

Απαιτητική ταινία. Δεν σ΄αφήνει να αναπνεύσεις. Για να σε κάνει στο τέλος να ταυτιστείς με την κραυγή απελπισίας ενός παιδιού που συνειδητοποιεί πως η ενηλικίωση του θα διαρκέσει σε όλην την ζωή.
Τίτλοι τέλους. Βουβοί.

Ανεβαίνω τις σκάλες και βγαίνω σε μια Αθήνα που με υποδέχεται με ψύχρα. Χρειάζομαι ένα ποτό. Κατηφορίζω προς τα Εξάρχεια. Γνώριμες διαδρομές, καινούργια στέκια κι ένας κόσμος στα τραπεζάκια έξω που μπορεί και να μην αλλάξε ποτέ. Αρυτίδιαστος και πάντα ανήσυχος.

Ο φίλος κερνάει μουσικούλες κι εμείς οι υπόλοιποι αναλωνόμαστε στις γνωστές ατέρμονες, ατελεύτητες και άσκοπες συζητήσεις του μπαρ και του αλκοόλ. Λικνιζόμαστε στην κόψη του ξυραφιού μιας νεότητας που έφυγε και μιας ωριμότητας που δεν ήρθε ακόμα. Στο μεταίχμιο και στο περιθώριο. Στην άκρη της πόλης.

Χαμογελάμε συνομωτικά. Χαλαρώνουμε επικίνδυνα. Χανόμαστε και ξαναβρισκόμαστε σε τροχιές και σύμπαντα τόσο διαφορετικά και τόσο όμοια.

Η νύχτα προχωράει αμείλικτα.

Φεύγω. Περπατάω γρήγορα. Κάνει λίγη από αυτή την ευπρόσδεκτη , λυτρωτική ψύχρα του φθινοπώρου.

Φθάνω σπίτι. Στο σκοτάδι του δωματίου αναπολώ την ταινία και λίγο πριν βυθιστώ σκέφτομαι πως αυτή η Παρασκευή στην άκρη της πόλης είχε θραύσματα από την μαγεία του Ντέηβιντ Λύντς.

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2007

Αύριο

To σινεμά έπαιξε και εξακολουθεί να παίζει "τρομακτικό" ρόλο στην ζωή μου. Διαβασα το "Οσα παίρνει ο άνεμος" στη ηλικία των 10 και το είδα στον κινηματογραφο "Ιριδα" εκεί που είναι τώρα το "Μετρο" σε ηλίκια 12 ή 13. Αυτό το σχεδίασμα αποτελεί μια παράφραση της διάσημης τελευταίας φράσης της Σκάρλετ Ο Χάρα (κατά κόσμον Βίβιαν Λη), "Αύριο είναι μια άλλη μέρα".
Εξαιρετικά αφιερωμένο λοιπόν σε όλους εμάς που θεωρούμε ότι το αύριο είναι η χώρα του πιθανού και του απολυτα προσιτού. Οπως ακριβώς ο κόσμος του σελυλόιντ.

Αύριο πάλι,

σε παρελθόντες χρόνους θα γυρνάς.

Αύριο πάλι,

για πιθανούς θανάτους θα πονάς.

Και μια πανάκριβη σιωπή θ’ αναζητάς.


Αύριο πάλι,

ψυχή μου ταραγμένη.

Αύριο πάλι,

καρδιά μου διχασμένη.

Για την αγάπη την χαμένη.


Αύριο πάλι,

χαμένες μουσικές θα μουρμουράς.

Αύριο πάλι,

για σκορπισμένους μύθους θα μιλάς.

Σ’ άδεια δωμάτια θα ξενυχτάς.


Αύριο πάλι,

ψυχή μου ταραγμένη.

Αύριο πάλι,

καρδιά μου διχασμένη.

Για την αγάπη την χαμένη.


Αύριο πάλι,

θάμαι εδώ.

Nα σε κοιτώ.

Να σου μιλώ.

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2007

H επόμενη μέρα

«Κουράστηκα να μπερδεύω τις ψυχές», είπε ο Λαβύρινθος.

«Κουράστηκα να ζω με δανεικά όνειρα», είπε ο Ονειρόπολος.

«Κουράστηκα ν’ αντανακλώ την ασχήμια», είπε ο Καθρέφτης.

«Κουράστηκα ν’ ακούω μόνον τον ήχο της κραυγής μου», είπε η Ηχώ.

«Κουράστηκα ν’ αναζητώ το άλλο μου μισό», είπε ο Ερωτας.

«Κουράστηκα να βλέπω μόνον την άρνηση στα μάτια σου», είπαν τα Μάτια.

«Κουράστηκα να εφευρίσκω άλλα πειράματα», είπε ο Αλχημιστής.

«Κουράστηκα να φυλάω τον ύπνο σου», είπε ο Φίλος.

«Κουράστηκα να παίζω όλους τους ρόλους», είπε ο Ηθοποιός.

«Κουράστηκα να ξεγελάω τις μοναξιές μου», είπε η Μοναξιά.

«Κουράστηκα να βάζω χρώμα στις εικόνες σου», είπε ο Ζωγράφος.

«Κουράστηκα να αιχμαλωτίζω τις λέξεις για να σου περιγράψω τον κόσμο», είπε ο Ποιητής.

«Κουράστηκα να ζω με δανεικές αγάπες» είπα Εγώ.

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2007

Περι πάθους και άλλων δεινών

Βαθιά αναπνοή. Ψυχραιμία. Να κατέβει το αίμα από το κεφάλι που μου ανέβηκε, να πιω μια γουλιά καφέ, (κατι τέτοιες ώρες λέω να το αρχίσω το κάπνισμα.....), να ελέγξω το στόμα μου μην αρχίσει και λειτουργεί από μόνο του και μετά δεν μαζευόμαστε.
Ωραία.
Να ασχοληθώ με κάτι άλλο για λίγο.

Λοιπόν, τις περισσότερες αποφάσεις στην ζωή μου τις πήρα εν θερμώ. Λόγω χαρακτήρα, λόγω φόβου να προλάβω τις οποιες εξελίξεις, δεν έχω καταλήξει ακόμα.
Ετσι με πάθος μπαίνω στους έρωτες αλλά και στις σκοτεινές αίθουσες, στις ιστορίες των βιβλίων, στις φιλικές σχέσεις.
Εχει βέβαια και τις ολέθριες συνέπειες της αυτή η συμπεριφορά. Την απώλεια της βραδύτητας. Τον χρόνο που παίρνεις για να κοιτάξεις ξανά και ξανά τα πράγματα. Να παρατηρήσεις τις λεπτομέρειες. Τις αποχρώσες ενδείξεις στις συμπεριφορές. Ορμητικό ρέμα ο ενθουσιασμός σε κατακλύζει, και χάνεις την ακινησία της ηρεμίας.

Μεγαλώνοντας, και κουβαλώντας χιλιάδες μικρές ενοχές μαζί μου, δεν απώλεσα το πάθος μου , απλά έμαθα να ξαναγυρίζω πίσω στην αφετηρία της έξαψης. Να ψάχνω την αιτία που μου δημιουργεί αυτήν την υπέροχη αίσθηση ότι έχω ολόκληρο τον κόσμο στην παλάμη μου.
Βέβαια με το ξανακοίταγμα μπορεί το τοπίο να θολώσει, ο έρωτας να μικρύνει, η ταινία να εκθρονιστεί...... Μπορεί όμως και να ανακαλύψω ότι ο σιωπηλός νέος φίλος, βλέπει πράγματα μ’ ‘εναν τρόπο που δεν έχω ξανασυναντήσει. Και ξαναμπαίνω έτσι στο ταξίδι των αισθήσεων και των παραισθησιογόνων που γεννάει η αδρεναλίνη.

Αλλη μια βαθιά αναπνοή. Μια ακόμα Παρασκευή προχωράει. Λίγες ώρες ακόμα και ο έλεγχος των ωρών θα επανέλθει στην αποκλειστική κυριαρχία μου. Μια γουλιά ακόμα καφέ που σιγά σιγά παγώνει, μια ακόμη σκέψη για βόλτες στην θάλασσα.

Εμαθα συνδιαλέγομαι με την απολυτότητα των απόψεων μου και τις υψηλές συχνότητες της φωνής μου. Χαμηλώνω τους τόνους, αφήνω τον άλλο να μιλήσει, ανασκευάζω, ή μένω αμετακίνητη στις θέσεις μου. Ετσι κι αλλιώς η ζωή είναι πολύχρωμη.

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2007

Αιχμάλωτη

Mερικές φορές τα πράγματα θέλουν τον χρόνο τους για να κατασταλάξουν μέσα μας. Ετσι και αυτό το βιβλίο το «Τράνζιτο» της Αννα Ζέγκερς (εκδόσεις Αγρα) ωρίμαζε μέσα μου όλο το καλοκαίρι. Δύσκολο βιβλίο αλλά και συγχρόνως τόσο γοητευτικό. Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο με την φωνή και το βλέμμα του ανώνυμου αφηγητή παίζουν εδώ το ρόλο του οδηγού στο φριχτά γοητευτικό κόσμο της Μασσαλίας του 1940.

Παλιοί μαχητές του Ισπανικού Εμφυλίου, λιποτάκτες, Εβραίοι, συγγραφείς, καλλιτέχνες και Γερμανοί αντίθετοι με τον ναζισμό -κάποιοι απ' αυτούς πρόσφυγες στη Γαλλία από το 1933, όλοι αυτοί που η Βέρμαχτ κυνηγά βρίσκονται με την πλάτη στραμμένη στη Μεσόγειο, με την αναμονή μιας υποθετικής επιβίβασης σε κάποιο πλοίο προς την ελευθερία. Και αν η Μασσαλία βρίσκεται ακόμα σε ελεύθερη ζώνη, κανένας μεταξύ των φυγάδων δεν έχει αμφιβολίες για την επικείμενη ολοκληρωτική κατοχή της Γαλλίας.

Κι ο αφηγητής να ιστορεί το τίποτα την ακινησία, την απελπισία ενός πρόσφυγα που κατά βάθος δεν θέλει να φύγει, αλλά σε πείσμα των καιρών θέλει να ριζώσει και ν’ αποκτήσει πατρίδα. Να μιλάει και να ξεδιπλώνεται μπροστά μου μια Ευρώπη πανικόβλητη που ψάχνει την σωτηρία με όποιο τίμημα.

Ένα οδοιπορικό σε μια παγωμένη Μασσαλία κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ενας άνθρωπος που το όνομα του ούτε μια φορά δεν αναφέρεται στο βιβλίο, που ανηφορίζει και κατηφορίζει την Canebiere, που ανηφορίζει και κατηφορίζει από την απόλυτη εγκατέλειψη στο κρεσέντο ενός τρελού και σιωπηλού έρωτα.

Μπήκα στην ατμόσφαιρα, ένιωσα πολλές φορές το στομάχι μου να σφίγγεται, αγωνιούσα να δω τι θα συμβεί σε αυτόν τον άγνωστο που ξαφνικά έγινε φίλος, γνωστός, σύντροφος στην κατάρα του να είσαι Ευρωπαίος.

Διάβαζα εικοσι σελίδες και μετά έπρεπε να πάρω ανάσες, κι όμως φτάνοντας στο τέλος κατάλαβα ότι το γράψιμο βάλσαμο και βάσανο.

Τράνζιτο είμαστε όλοι μας. Περιμένουμε το πλοίο που θα μας οδηγήσει στην μεγάλη φυγή, κι όταν εκεί ελλιμενιστεί παντα κάποιο χατρί μας λείπει και μας εμποδίζει την επιβίβαση.

67 χρόνια μετά , το βιβλίο αυτό είναι τόσο σύγχρονο, που σε σκιάζει. Λες και ολόκληρος ο πλανήτης έχει μείνει ακίνητος.

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2007

Πρόσκληση για φίλους

Να ξεκινήσω το κείμενο από την αφιέρωση. Αφιερωμενο λοιπόν σε όλους εσάς τους διαδικτυακούς φίλους που απέκτησα, αυτούς τους λίγους μήνες της περιπλάνησης. Στον Ηλία, την Δώρα, το Γιτσάκι, τον Alps, τον Γιατρό από το Buffalo, το κινηματογραφικό δίδυμο (όπως οι Αδελφοί Κοέν) Αχιλλέα και Πάνο, την Κυρία Υφ, τον Στέφανο, την αγαπημένη Adomiel (κύρια αιτία της αρχικής ενασχόλησης μου με τον χώρο), την ξενιτεμένη 3pad, την Εsther, τον Ακη (μαζί με όλη την παρέα των σινεφρικ που συναντηθήκαμε εκείνο το βράδυ στο Αλφαβίλ), την Μαργαρίτα την Βιομηχανική, τον Γεράσιμο και το Καίσαρα, κι όποιον πιθανόν ξεχνάω αυτή την στιγμή (ένεκα το γνωστό αλτσχάιμερ).
Ελπίζω κάποια στιγμή να μαζευτούμε γύρω από ένα τραπέζι.

Φύλλα ημερολογίου
Σάββατο 1 Σεπτέμβρη.

Θυμάμαι σε εποχές κατάθλιψης εκείνο που μου έλειπε ήταν ο ύπνος το πρωί όταν δεν έπρεπε να ξυπνησω νωρίς. Ανοιγαν τα μάτια μου μόνα τους, άνευ λόγου πολύ πρωί. Ετσι και σήμερα. Παρότι Σάββατο, έπινα καφέ από τις 8:00.

Είπα να πάω λαική πριν χτυπήσει το 40άρι.

Μ' αρέσει η διαδρομή που περπατάω μέχρι που να φτάσω. Μιχαήλ Βόδα και Αλκαμένους. Με πορεία προς τον Αγιο Παντελεήμονα. Παραγκωνισμένες συνοικίες της Αθήνας.

Πολωνοί στα σκαλοπάτια των πολυκατοικιών της Μ. Βόδα έχουν ήδη αρχίσει τις μπύρες.

Νεοκλασσικά ατημέλητα, που έχουν γλιτώσει από την αναστήλωση του νεοέλληνα, μετρούν στα ντουβάρια τους πολλές γενιές. Τώρα τελευταία μόνο ξένους. Οι έλληνες τα περιφρόνησαν.

Ενα λυκόσκυλο με κοιτάει στο ύψος των ματιών μου την ώρα που περνάω μπροστά από το μπαλκόνι του σπιτιού. Τα παράθυρα ανοιχτά. Εχει ήδη αρχίσει η ζέστη. Κοιτάω μέσα. Κλέβω λίγο από τον προσωπικό χώρο των αγνώστων ιδιοκτητών. Στο βάθος του σπιτιού με τις ορθάνοιχτες μπαλκονόπορτες ξεχωρίζει ο εσωτερικός πίσω κήπος. Το μάτι μου πιάνει και μια παλιά ραπτομηχανή Singer, ακμαία ακόμα. Ντρέπομαι, προχωράω.

Εγώ που μαγειρεύω σπάνια, περνάω την μισή μου μέρα μέσα στην κουζίνα. Εργασιοθεραπεία. Να φάμε ένα φαγάκι της προκοπής, βαρέθηκα πια τα έξω. Βρήκα και κάτι ταπεινούς κολιούς, που πολύ τους λιμπίστηκα. Δίπλα τους οι τσιπούρες (ιχθυοτροφείου) δεν έπιαναν μπάζα. Στο φούρνο, με θυμάρι άντε και λίγο αρισμαρί (στο χωριό της γιαγιάς έτσι το λένε το δεντρολίβανο). Και αμπελοφάσουλα σαλάτα. Και μελτζάνες στην κατσαρόλα με φρέσκια ντομάτα και κάπαρη (μια παραλλαγή ιταλικής καπονάτα που μου εκμηστηρεύτηκε πέρισυ στην Ρώμη μια ιταλίδα Μάμα που είχε μια εξαιρετική τρατορία, και που πολύ συγχιζόταν όταν δεν έγλυφες το πιάτο σου). Και χαλβά με σιμιγδάλι για γλυκό. Οσο για τις γάτες μου ήδη τους πήραν είδηση τους κολιούς και με πολιορκούν για μεζέ.

Κι ύστερα μόλις πέσει ο ήλιος να μεταφυτέψω μια πιπερίτσα και μια αγριτριανταφυλλιά που με περιμένουν από χθες στην βεράντα και στεναχωριούνται στις στενές τους πλαστικές γλάστρες. Τους έχω ήδη έτοιμες μεγάλες πήλινες.

Κι εχω την τηλεόραση που μεταδίδει τους αγώνες του στίβου στην διαπασών, να την ακούω σε όλο το σπίτι. Δεν έχω διάθεση για μουσική σήμερα.

Κι ύστερα μετά το φαγητό έχω και το Βιβλιοδρόμιο από τα ΝΕΑ να με περιμένει.

Πήρα και το "Αρωμα" να δω στο dvd. Να μην ξεχάσω να βάλω και καμιά μπύρα στην κατάψυξη λίγο πριν φάμε.

Ασχολίες για να ξεχαστώ. Να σπρώξω την θλίψη λίγο πιο έξω. Να μπω στους ρυθμούς μου πάλι. Να μπορέσουν τα όνειρα να ξαναγυρίσουν, έστω και δειλά.

Αγριο πράγμα η λησμονιά. Ακόμα πιο άγριο ο άνθρωπος.

Φύλλα ημερολογίου sequel.
Σάββατο 8 Σεπτέμβρη.

Εγώ που βαριόμουνα φριχτά τα τραπεζώματα στο σπίτι, τώρα πια πολύ τα αγαπάω. Μαζευόμαστε η «οικογένεια». Αυτή η επίκτητη, η υιοθετήμενη. Οι φίλοι που αποκτάς με τα χρόνια και τους προσέχεις σαν τα μάτια σου, σαν να αλαβάστρινες κούκλες, εύθραυστες κι ευαίσθητες από του καιρού την αγριάδα.

Κι εκεί ανάμεσα σε πιατέλες με φαγητά και μπουκάλια με κρασί ξεκλειδώνονται οι καρδιές, κι αναπνέουμε πιο χαλαρά.

Αυτή τη φορά με πήραν μπάλα οι υποχρεώσεις και ξεκίνησα για την λαική, αργούτσικα. Είχε και δροσούλα.

Την έπιασα από την αρχή, από τους πάγκους με τα μπιχλιμπίδια. Οτι μπορείς να σκεφτείς, από πειρατικά cd μέχρι στρίγκ αριαδιασμένα αθώα σε κοινή θέα. Και δίπλα η μεγαλούτσικη κυρία του περασμένου αιώνα, με τα μαλλιά μόλις βγαλμένα από το συνοικιακό κομμωτήριο, καλοβαλμένη και λίγο σνομπ να περιεργάζεται τα καλτσόν (3 στην τιμή των 2 ) και να ρίχνει κλεφτές ματιές σ΄ένα ροζαλί στριγκ με φιογκάκι. Σε μια νεότητα που έφυγε ανεπιστρεπτί. Σε μια γειτονιά που άλλαξε μέσα σε μια νύχτα ίσως;

Πόσο μ αρέσει η καλημέρα του παραγωγού που μ΄έμαθε πια , (τόσα Σάββατα του ζουλάω ξεδιάντροπα τις ντομάτες του) . Ηχος χαιδευτικός, χαρμόσυνος, οικείος. Και η ψαρρού που με μαλώνει. «Αργησες, τα καλά κομμάτια έφυγαν νωρίς. Τα μπαρμπούνια να πάρεις.»

Καμιά φορά αναγνωρίζω το πέρασμα των εποχών από τους πάγκους. Γεμισε σήμερα η λαϊκή με σταφύλια. Φθινοπωριάζει. Αντε να πάρω και λίγα σύκα. Λαίμαργα δαγκώνω ένα και σέρνω το καρότσι λίγο πιο κάτω.

Και χόρτα για συνοδευτικό για τα μπαρμπούνια. Βλήτα και ραδίκια πικρά. Κι αυγά. Θα φτιάξω κι ένα κέηκ.

Και πατατούλες τηγανητές. Να τις πασπαλίσω με ρίγανη. Την φέραμε από τις διακοπές. Έχει μυρίσει το ντουλάπι.

Και οι απαραίτητες γλαστρούλες. Λουίζα και πιπερόριζα. Οχι ότι τις βάζω στο φαγητό (κι ας λένε τα περιοδικά γαστρονομίας που ξεφυλλίζω μετά μανίας τις Κυριακές), έτσι άμα μου χρειαστεί ποτέ να έχω στην βεράντα.

Οι φίλοι έφεραν το κρασί. Λευκό να ταιριάζει με τα ψαράκια μας. Και την κουβεντούλα, που βέβαια λόγω των ημερών ξέφυγε κι άγγιξε τα απαγορευμένα μονοπάτια της πολιτικής (τέτοιες συζητήσεις χαλάνε την πέψη). Αλλά δεν βαριέσαι, μετά μας πιάσανε τα γέλια, ψιλοδακρύσαμε και λίγο, κι ύστερα συρθήκαμε στους καναπάδες και κλείστηκε ο καθένας μας στο δικό του τ΄ άπιαστο όνειρο.

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2007

Μελόδραμα

Τόπος: Αθήνα του 2007, κεντρικός κινηματογράφος, ασπρόμαυρη ελληνική ταινία σε avant-premiere για τους λίγους κι εκλεκτούς σινεφίλ.

Η υπόθεση: Μελόδραμα.

Οι ηθοποιοί: Παγκοσμίου φήμης άγνωστοι.

Ο σκηνοθέτης: Αμφιβόλου εθνικότητας με κάκιστη γνώση της ελληνικής γλώσσας.

Οι θεατές: Ψύχραιμοι εν εξάλλω καταστάσει.

Εξωτερικό, μέρα. Το ζευγάρι των πρωταγωνιστών δειπνεί σε γνωστό σουβλατζίδικο του Μοναστηρακίου, υπό τον προβολέα ενός τεράστιου τηλεσκοπικού γερανού και υπό τους ήχους ενός ξεκούρδιστου ακορντεόν και μιας κομπανίας που τραγουδά ρεμπέτικα και έλκει την καταγωγή της από την μαγευτική Ρουμανία! Πάνω στο τραπέζι ένα δέμα, δώρο, πακέτο, κάτι τελοσπάντων που αποτελεί και το αντικείμενο της συζήτησης τους.

Εκείνη : - «Εξάλλου, επιβάλλεται ένα αποχαιρετιστήριο δώρο». Μια πρόταση αποβραδίς σχεδιασμένη, προσεγμένη και στο παραμικρό της κόμμα.

Εκείνος : - «Γιατί ποιός φεύγει;». Η αναμενόμενη αντίδραση.

Εκείνη : - «Κανείς. Κανείς δεν φεύγει. Ολοι εδώ μένουμε. Επί των επάλξεων. Στην πάλη των τάξεων». Η διατύπωση σε πλήρη τάξη. Με τις παύσεις της, τις τελείες και τ’ αποσιωπητικά της.

Εκείνος : - «Και τότε προς ποιον ο αποχαιρετισμός και γιατί;» Η εύλογη απορία.

Εκείνη : - « ”Ο ήχος των απομακρύνσεων”, η καινούργια ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά». Η άσχετη δικαιολογία ήρθε και θρονιάστηκε ανάμεσα τους.

Εκείνος : - «Τώρα αυτό τι σχέση έχει; Δεν μου απάντησες τι νόημα έχει αυτό το αποχαιρετιστήριο δώρο; ». Η αρχή μιας θυμωμένης πρότασης.

Εκείνη : - « ”Λυτρώσου.

Ολων μας σχεδόν τα πετάγματα

κάποια τα βρήκε αζύγιαστη

ή ζυγιασμένη πέτρα.”

Εκείνος : - «Μίλα καθαρά. Εγώ αυτά υπονοούμενα και τις αλληγορίες με στίχους ξεπεσμένων ποιητών δεν τις καταλαβαίνω. Τι τελείωσε, τι αποχαιρετάμε;». Η μέση της θυμωμένης πρότασης.

Εκείνη : - «Οταν κάτι μας αποχαιρετά από μόνο του, κι είναι ακόμα νωπός ο απόηχος της πρόσφατης ζωής του, τότε το ξέρεις, το νιώθεις το τέλος αλλά δεν μπορείς να το βάλεις σε λόγια». Μια ακόμα απόπειρα δικαιολόγησης.

Εκείνος : - «Δηλαδή τι; Δεν θα μου μιλάς πια; Δεν θα μ’ αγαπάς; Πες. Μίλα. Εξηγήσου καθαρά μια φορά επιτέλους. Βαρέθηκα τους γρίφους. Τα κρυμένα νοήματα. Τις πληγωμένες σιωπές». Το τέλος της θυμωμένης πρότασης.

Εκείνη : - «Εξάλλου, επιβάλλεται ένα αποχαιρετιστήριο δώρο». Η επανάληψη της εναρκτήριας φράσης. Το ίδιο λάιτ μοτίβ.

Κι ύστερα το μαύρο της οθόνης. Ούτε καν οι τίτλοι του τέλους.

Οι θεατές που αποχωρούν χωρίς να έχει επέλθει η κάθαρση.

Αλλο ένα μελόδραμα χωρίς νόημα.

Και η φωνή της ταξιθέτριας, μόνη χαρμόσυνη νότα σ’ έναν κόσμο παράφωνο και ματαιόδοξο : «Η έξοδος μπροστά δεξιά».

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2007

Αθώες μικρές φωτιές

Στην αρχή ήταν μικρές, δειλές φλογίτσες, ίσα που ξεχώριζαν.
Κι ύστερα σιγά-σιγά φούντωναν. Ψήλωναν. Ανέβαιναν. Ακολουθούσαν τον άνεμο. Έψαχναν για τ΄ αστέρια. Έστελναν τους αντικατοπτρισμούς τους στην θάλασσα.
Κατάπιναν το οξυγόνο του αέρα. Ξέφευγαν από τον έλεγχο. Γίνονταν πύρινες λαίλαπες που σε κυνηγούσαν. Αιχμαλώτιζαν το βλέμμα σου. Θόλωναν τον ορίζοντα σου.

Στην αρχή δεν ήταν κανείς τριγύρω του.
Έμοιαζε αόρατος.
Η παραλιακή λεωφόρος του νησιού , τον προσπερνούσε αδιάφορη.
Οι άνθρωποι μετακινιόντουσαν σαν σε ποτάμι. Πέρναγαν από μπροστά του, ίδρωναν από την ζέστη της νύχτας, μέτραγαν τα βήματά τους μέχρι την επόμενη στάση, μίλαγαν με τον απέναντι γνωστό που διασταύρωνε τον δρόμο τους.
Στην αρχή δεν έμοιαζε, ήταν αόρατος.

Κι αυτός , κι οι ¨αθώες μικρές φωτιές¨του.

Κι ύστερα σιγά-σιγά ξεχώριζε.
Το ποτάμι της παραλιακής έκανε μια μικρή παράκαμψη μπροστά του. Αποτραβήχτηκε από κοντά του.

Κι εκείνος ψηλός, αμίλητος, με μάτια κάρβουνα, με μαλλιά φίδια από το αλάτι που στέγνωνε πάνω τους μέρες τώρα, με σφραγισμένα χείλια, και με μια αναπνοή νωχελική σαν μωρού παιδιού σε μεσημεριάτικο ύπνο.
Χωρίς πουκάμισο. Χωρίς να πει ούτε μια λέξη , άρχιζε να παίζει με τις μικρές φωτιές.

Στην αρχή τις κουνούσε πέρα δώθε, απαλά, σχεδόν στοργικά , λες και φοβόταν μήπως και ξυπνήσουν απότομα.
Κι έπειτα άρχιζε τους κύκλους .
Μια μπροστά, μια πίσω.
Μια πάνω , μια κάτω.

Τώρα χιαστί. Μια δεξιά, μια αριστερά.
Κινήσεις καλά μετρημένες. Ρυθμικές. Σε ημικύκλια. Σε παραλληλόγραμμα. Σε συνδυασμούς.
Στην αρχή ήρεμα, μαλακά. Κι ύστερα πιο γρήγορα, κι ακόμη πιο γρήγορα.
Κι οι ¨μικρές φωτιές¨ να φουντώνουν. Να κοκκινίζουν. Να φτύνουν σπίθες. Να διασταυρώνονται πάνω από το κεφάλι του, πίσω από την πλάτη του, κάτω από τις μασχάλες του, ανάμεσα από τους μηρούς του.

Στην αρχή γλυκά κι ύστερα με φρενιασμένη ταχύτητα, χωρίς σταματημό, χωρίς λογαριασμό.
Μέχρι να καταπιούν όλο το οξυγόνο . Μέχρι να τελειώσει το πετρέλαιο να σβήσει το στουπί. Μέχρι να τις καταπιεί ο θάνατος της ανυπαρξίας .

Το πλήθος το παρακολουθούσε από απόσταση ασφαλείας. Από εκεί όπου οι σπίθες δεν το έφθαναν. Από εκεί όπου οι ¨μικρές φωτιές¨, δεν το άγγιζαν.
Τον κοίταζε μαγνητισμένο, άφωνο, με κρατημένη την ανάσα. Και ζήλευε. Ναι τον ζήλευε οδυνηρά , αυτόν τον αμίλητο μελαχροινό ξένο που εξουσίαζε τις φλόγες και τον εαυτό του. Αυτόν τον απρόσκλητο επισκέπτη της παραλιακής που έπαιζε τόσο ξεδιάντροπα με τις φωτιές.

Κι όταν το νούμερο τελείωσε, όταν τα κατακαμμένα στουπιά εκπλήρωσαν την αποστολή τους κι έπεσαν κατάκοπα στις πλάκες, αυτοί δεν χειροκρότησαν, δεν σάλεψαν, δεν έβγαλαν επιφωνήματα ανακούφισης. Έμειναν να κοιτάζουν.
Κι από το πουθενά, εμφανίστηκε ένας νάνος που κράταγε ένα αναποδογυρισμένο καπέλο. Χωνόταν ανάμεσα στο πλήθος, τους σκουντούσε, τους χαμογελούσε, τους έδειχνε το καπέλο, κι εκείνοι έβαζαν το χέρι στις τσέπες, άνοιγαν τις τσάντες, έψαχναν τα πορτοφόλια κι έριχναν, έριχναν κι αποχωρούσαν αργά-αργά, πισωπατώντας και ψιθυρίζοντας στ΄ αυτί του διπλανού τους. Λες και την μαγεία θα την σκόρπιζαν οι δυνατές κουβέντες.

Αύγουστος ήταν, του΄97.
Στο λιμάνι έμπαινε κάθε μισή ώρα κι ένα πλοίο.
Φωτισμένο, φορτωμένο κι άλλους απ΄ αυτούς που γεμίζουν ένα μήνα από την ζωή τους κι αφήνουν τους άλλους έντεκα να ψυχορραγούν. Και τους άδειαζε στην αποβάθρα λίγο μόνο μέτρα μακριά από τον γυμνό ξένο.

Ήμουν κι εγώ εκεί. Λίγο πιο ψηλά. Σ΄ ένα μπαλκόνι . Κι έβλεπα και δεν χόρταινα το παιχνίδι με τις φωτιές. Κι όλο έλεγα τώρα θα κατέβω να του μιλήσω, να τον ρωτήσω. Τώρα, μόλις τελειώσει κι αυτός ο γύρος του θανάτου με τις ¨μικρές φωτιές¨ του.
Και μπαινόβγαιναν τα πλοία, και πηγαινοερχόταν το ποτάμι της παραλιακής. Κι εκείνος περίμενε τις καινούργιες φουρνιές για να δώσει άλλη μια παράσταση, για να εκστασιάσει τα πλήθη.
Κάθε φορά και λίγο πιο πέρα. Κάθε φορά και λίγο πιο μακριά.
Και ο νάνος κρυμμένος πίσω από τα μπιτόνια με το πετρέλαιο και τα καμμένα στουπιά, μέτραγε τις εισπράξεις.
Κάθε φορά λίγο πιο κει, λίγο πιο μέσα.

Στο απέναντι νησί, φαινόταν οι φωτιές που κατέτρωγαν τα βουνά του. Λαίμαργες, πυρόξανθες, ένοχες και υπερήφανες.

Και το φεγγάρι ανέβαινε. Κι η ώρα μέτραγε περασμένα μεσάνυχτα . Κι εγώ εκεί , σ΄ ένα μπαλκόνι πάνω από το Αιγαίο, λες και δεν είχα πια ελεύθερη βούληση, περίμενα την επόμενη παράσταση για να κατέβω και να του μιλήσω………

Τον αναγνώρισα αμέσως από την μυρωδιά του καμμένου.
Καθόταν στο διπλανό τραπέζι κι έτρωγε. Μέρα μεσημέρι, σ΄ ένα άλλο νησί, σε μια άλλη παραλία.
Φορούσε στα κοκαλωμένα μαλλιά του το καπέλο των εισπράξεων, κι ένα πουκάμισο στο χρώμα της φωτιάς.
Στην άλλη καρέκλα , ο νάνος. Γυμνός από την μέση και πάνω.
Κι έκανε μια ζέστη, της κόλασης.
Έπιναν μπύρες και μίλαγαν σε μια αλλόκοτη γλώσσα (μάλλον αγγλικά με το στόμα γεμάτο).
Όταν ήρθε ο λογαριασμός πλήρωσαν με κέρματα και μικρά χαρτονομίσματα. Κι ο ταβερνιάρης γκρίνιαζε όσο τα μετρούσε.
Κι έφυγαν για ένα άλλο νησί, για μια άλλη παραλία. Για την επόμενη παράσταση.

Κι ούτε τότε δεν του μίλησα.

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2007

Eις επήκοον

Ο καταιγισμός των πληροφοριών ήταν συνεχής.
Η μία μετά την άλλη συσσωρεύονταν στο μυαλό μου και περίμεναν την σειρά τους, αρκετά ανυπόμονα πρέπει να ομολογήσω, για να αφομοιωθούν.
Οι απόψεις αντικρουόμενες, τα επιχειρήματα πολλά και πειστικότατα, οι συνδιαλεγόμενοι επίμονοι και αμετακίνητοι στις θέσεις τους και το θέμα εξαιρετικά φλέγον και σίγουρα αμφιλεγόμενο.
Τώρα βέβαια περιμένετε να σας αναπτύξω με σαφήνεια και ακρίβεια το τι ειπώθηκε, και φυσικά τι ακριβώς ήταν εκείνο που πυροδότησε τόσο μεγάλη και κάθετη διαφωνία μεταξύ των συνομιλούντων, εις μάτην όμως. Θα κάνω μια κίνηση εντυπωσιασμού και με χαρακτηριστική αδιαφορία για την περίεργεια που μπορεί να υποκίνησα, θα περάσω στο δια ταύτα.


Καθρεφτίζομαι στα αντανακλαστικά γυαλιά που κρατούν οι Αλλοι. Προσδιορίζω τον εαυτό μου μέσα από τις συμπεριφορές τους. Οι φόβοι μου έχουν ευθεία αναφορά στα συναισθήματά τους απενάντι μου. Η κάθαρση έρχεται όταν κοπούν οι ομφάλιοι λώροι. Ερχεται η στιγμή που ο καθρέφτης σου δείχνει ένα πρόσωπο άγνωστο κι εσύ πρέπει ή να το αποδεχτείς ή να σπάσεις το κρύσταλλο, διακινδυνεύοντας έτσι επτά χρόνια γρουσουζιά. Δεν ξέρω αν η ελευθερία μου βρίσκεται στην ανατροπή των διαμορφωμένων συνθηκών, ξέρω όμως ότι υποκύπτοντας στο Χάος, διατηρώ τις ελπίδες σωτηρίας.

Δια ταύτα,
σε μία ύστατη προσπάθεια διατήρησης του αυτοσεβασμού, προχωρώ στην απόλυτη μη αποδοχή των επιβαλλόμενων όρων, προκαλώντας και προσκαλώντας έτσι τις μέγαιρες και τις ερινύες να ξεχειμωνιάσουν μαζί μου.

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2007

Της επόμενης μέρας

Μόλις έχω ξυπνήσει από έναν χαλαρωτικό ύπνο που έκλεψα λίγο μετά το μεσημεριανό φαγητό. Σκέφτομαι, θα μπορούσα να κάνω εκείνο και το άλλο και το τρίτο. Θα ήθελα τα πράγματα να είναι έτσι κι αλλιώς. Από αύριο θα.... Αν οι καταστάσεις εξελιχθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο, τότε...
Ανοίγω αφηρημένα την τηλεόραση. Μια κίνηση συνήθειας.
Και ξαφνικά είναι σαν να πέφτουν οι ασφάλειες, να κόβεται το ρεύμα.
Όταν τελικά θ’ ανάψουν ξανά τα φώτα, ο μικρόκοσμος μου δέχεται επίθεση τρόμου.
Οι εικόνες που εισβάλουν από την τηλεόραση είναι απλά εικόνες που το μυαλό αρνείται να αποκωδικοποιήσει. Τίποτα δεν συμβαίνει. Είναι όλοι τους υπερβολικοί. Αλλάζω κανάλι. Λέω θα τελειώσουν οι ειδήσεις και τα πάντα θα ξαναβρούν τους φυσιολογικούς τους ρυθμούς. Πάω στην κουζίνα φτιάχνω καφέ. Γυρνάω στο σαλόνι. Οι φωτιές συνεχίζονται. Ο φόβος, ο πανικός, η απόλυτη παραφροσύνη κατοικοεδρεύουν στο σπίτι μου. Αμηχανία. Ύστερα τα τηλέφωνηματα, τα μηνύματα. Να μοιραστείς τις απορίες με τον υπόλοιπο κόσμο, να νιώσεις την απατηλή ασφάλεια ότι δεν είσαι μόνος, ότι υπάρχουν κι άλλοι που βλέπουν αυτό που βλέπεις κι εσύ.
Κι ύστερα πάλι οι εικόνες της απόλυτης καταστροφής, ξανά και ξανά και ξανά.
Σκέφτομαι ότι πρέπει να ποτίσω τα φυτά στο μπαλκόνι, να πάω στο σούπερ μάρκετ, να συνεχίσω την ζωή μου όπως πριν από μερικές ώρες.
Ο εκφωνητής λέει «από αύριο το πρωί, τίποτα πια δεν θα είναι το ίδιο στον κόσμο μας», οι γάτες μιμούμενες τον εκνευρισμό μου μπαινοβγαίνουν ανήσυχες και γκρινιάζουν μπροστά στο ψυγείο.
Στον καναπέ μου έχει θρονιαστεί το σοκ. Η τηλεόραση μου μεταδίδει ζωντανά την ιστορία μιας χώρας που συμπεριλαμβάνει κι εμένα στους κόλπους της, η φωνή μου μιλάει στο τηλέφωνο και προσπαθεί να εξηγήσει, κι όμως ακόμα η καρδιά μου δεν έχει παγώσει. Η νεκρική ακαμψία δεν έχει επηρεάσει ακόμα τα μέλη μου. Πάω στο μπάνιο, κοιτάζομαι στον καθρέφτη, αναγνωρίζω το πρόσωπο μου. Σκέφτομαι να κάνω ένα μπάνιο, να ηρεμήσω. Αφήνω το νερό να τρέξει, γυρίζω στο σαλόνι, ανεβάζω την ένταση έτσι ώστε να μπορώ να ακούω τους ήχους της καταστροφής ακόμα και κάτω από το ντους.
Αμα προσπαθήσω πάρα πολύ, λες όλα να επιστρέψουν στην προηγούμενη κατάσταση αδράνειας ;
Οι ώρες περνούν. Το κρύωμα των τελευταίων ημερών εξακολουθεί και με ταλαιπωρεί. Βρίσκομαι συνέχεια με ένα χαρτομάντηλο στο χέρι. Τα μάτια τρέχουν, κι αναρωτιέμαι αν είναι δάκρυα ή μια αλλεργία σ' ένα απάνθρωπο κόσμο. Η Λίνα μού είπε ότι έχω βραχνιάσει εξαιρετικά. Μήπως πρέπει να πάω στο γιατρό ;

Η επόμενη μέρα είναι ακόμα εδώ. Βάζω ένα ποτό. Το αλκοόλ μπορεί να με χαλαρώσει. Ανάβω τσιγάρο. Δεν έχω γεύση του καπνού. Δεν έχω αίσθηση των γεγονότων, της πραγματικότητας, του τι θα γίνει αύριο.
Νύσταζω. Αφήνω την τηλεόραση να παίζει, πάω για ύπνο. Λίγο πριν βυθιστώ στην προσωρινή λήθη, αρχίζω και φοβάμαι. Φοβάμαι που είμαι μόνη μου μέσα στο σπίτι. Μόνη μέσα στην πόλη. Μόνη μου μέσα σ’ έναν κόσμο που φοράει μόνο μάσκες αντισφυξιογόνες. Σκέφτομαι, θα δω ένα καλό όνειρο, θα ξορκίσω τους εφιάλτες. Θυμάμαι ότι η τηλεόραση θα παίζει όλη νύχτα. Τα πράγματα θα εξακολουθούν να εξελίσσσονται ερήμην μου όλη νύχτα.
Θα είναι πάντα νύχτα από δω και μπρος;
Ολα μαυρίζουν.

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2007

Oι μικρές ώρες

Τις μικρές ώρες της μέρας,

τις μεγάλες ώρες της νύχτας,

τις στιγμές που δεν με κοιτάς,

τις στιγμές που εσύ με ξεχνάς,

στις μεγάλες σιωπές της ταινίας,

στις μικρές αναπνόες μιας κηδείας,

στις χαρές που δεν ήσουν εκεί,

στις κραυγές που δεν είχαν φωνή,

μετράω αποστάσεις,

κρατάω αντιστάσεις,

δεν έχω πια ευχές,

ζω μονάχα μ’ ενοχές.


ΥΣ: Αλλον τρόπο να αντιμετωπίσω το άλγος δεν έχω. Η ποίηση πάντα με παρηγορούσε. Ακόμα κι όταν δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί.