Σάββατο, 28 Απριλίου 2007

Λαγνεία


Η νοσταλγία της επανάληψης σ’ έναν γραμμικό ανθρώπινο χρόνο.
Η γνώση ότι και αυτό θα περάσει και θα δώσει την θέση του σε κάτι άλλο.
Η αίσθηση ότι βρίσκεσαι σ’ ένα μεταβατικό στάδιο.
Η παραίσθηση ότι όλα μπορεί να επιστρέψουν εκεί απ’ όπου άρχισαν.
Η επιθυμία της φυγής.


Η λαγνεία της Ανοιξης που σε στοιχειώνει καθημερινά.
Η ανάγκη για ένα σώμα δίπλα σου.
Ενα σώμα που θα πάλλεται κάτω από τα χέρια σου, που θα ανατριχιάζει στο ακουσμα της ηδονής σου.
Η μυρωδιά, η πίκρα, η εξάρτηση του έρωτα.

Κι εσύ που είσαι;
Εσύ που θες να φύγεις, να εξαφανιστείς, να βρεθείς μακριά απ’ όλα εκείνα που σε πληγώνουν, να αρπάξεις την τελευταία ευκαιρία της αναχώρησης και να προσγειωθείς στον τόπο της λησμονιάς και της λήθης.

Οι καθημερινές σου συνήθειες που γίνονται πια μηχανικά.
Οι που η εντύπωση ότι έχεις βγει από το σώμα σου και παρακολουθείς τα δρώμενα από μακριά είναι απόλυτα κυρίαρχη!
Μια διαρκής κάθοδος στο εγώ.
Μια πορεία προς τα έσω. Μια πορεία που δεν μοιάζει να ανακόπτεται.
Η επιθυμία της φυγής που σιγά σιγά γίνεται βιολογική ανάγκη.
Που σε πιέζει και σε τρέφει. Που σε καλημερίζει κάθε πρωί.
Προς τα πού να φύγεις αν είναι πάντα να κουβαλάς τον εαυτό σου μαζί;

Κι ο ήλιος, ένας ήλιος απίστευτος. «Ενας ψεύτης ήλιος».
Κι η άνοιξη που μας έδειξε ήδη τα δόντια της.



Μια έξαψη που απειλεί να μας ισοπεδώσει.
Ολα μοιάζουν να μπαίνουν σε τροχιές καταστροφικές.
Τίποτα δεν θα μείνει το ίδιο.

Τίποτα δεν θα είναι όπως ήταν.
Και οι αποφάσεις που έχουν ήδη παρθεί ;
Και οι πορείες που έχουμε χαράξει;
Οι στόχοι που έχουμε θέσει;
Πού θα βρεθούν όλα αυτά;


Θα έρθει το συναίσθημα να μας αποσυντονίσει;
Η λύσσα για ένα κορμί να μας κατακυριεύσει ;
Θα χάσουμε ξανά ταυτότητα και ιδιότητες ;
Θα περάσουμε για μια ακόμη φορά τις πύλες του καθαρτηρίου;
Θα υποκύψουμε στις επιταγές των άμεσων επιθυμιών μας αδιαφορώντας για τις συνέπειες ;
Και το τίμημα ; Πώς θα πληρωθεί;

Τελικά η φυγή μοιάζει η μόνη λύση!

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2007

Αφιερωμένο εξαιρετικά στην Κωνσταντινιά μας


Τα νέα μας βρήκαν στο κυριακάτικο τραπέζι, οι οιωνοί κακοί. Περιμέναμε με αγωνία τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Το τηλεφώνημα χθες το βράδυ αργά , με βρήκε στην Θεσσαλονίκη. Οι φόβοι μας επαληθεύτηκαν.

Δεν πειράζει όμως καλη μου εμείς είμαστε εδώ και σε αγαπάμε. Σου κρατάμε το χέρι. Σου θυμίζουμε το καλοκαίρι που μας πέρασε. Μερικές φορές τα πράγματα πρέπει να γίνουν έτσι.

Είσαι μακριά. Στην Νέα Υόρκη, κι όμως είσαι εξαιρετικά κοντά. Δύσκολοι οι τελευταίοι μήνες. Μην ανησυχείς Ελληνα του εξωτερικού.

Το παρακάτω κειμενάκι είναι εξαιρετικά αφιερωμένο σε σένα απ΄όλους εμάς , να το διαβάζεις και να ξέρεις ότι πάντα εκεί είμαστε!


Σαν το νερό σε ζεστή σοκολάτα.
Σαν τον χαμογελαστό ήλιο στην μέση της χειμωνιάτικης θλίψης.
Σαν το αρμένισμα σε ήρεμα πελάγη.
Ετσι σ’ αγγίζει η αγάπη ενός φίλου.
Τρυφερά και σταθερά.
Ερχεται απροειδοποίητα να φυσήξει τα απειλητικά σύννεφα. Να σου θυμίσει πώς κάποιος εκεί έξω ανησυχεί για σένα.
Σου ψιθυρίζει τα μυστικά που μόνο οι δυό σας ξέρετε.
Επικαλείται κώδικες και συμπεριφορές.
Μοιράζει αστεία και σοβαρά.
Κι εσύ λύνεσαι, χαλαρώνεις, αφήνεσαι ν’ ακουμπήσεις, ξανακερδίζεις σιγά-σιγά το χαμένο έδαφος κάτω από τα πόδια σου.
Τώρα μπορείς να πέσεις, ν’ αφήσεις τους φόβους να σε συντρίψουν. Τις αγωνίες να σε διαλύσουν. Τώρα υπάρχει κάποιος για να σε πιάσει, να σε βοηθήσει να μαζέψεις τα κομμάτια του παζλ.
Σαν την βροχή σε διψασμένη γη.
Σαν να ξαναβρίσκεις το παλιό σου αγαπημένο πουλόβερ.
Μια τέτοια αίσθηση, μια τέτοια αγάπη, λίγες είναι οι φορές που την συναντάς. Κι ακόμα λιγότερες οι φορές που έχεις τα μάτια σου ανοιχτά και μπορείς να την αναγνωρίσεις.
Μια τέτοια τύχη δεν μπορείς να την εκβιάσεις. Δεν μπορείς να την παρακαλέσεις. Οσο κι αν ζητιανέψεις, όσα κι αν τάξεις.
Μια τέτοια χάρη σου δωρίζεται. Απλόχερα, δίχως στεγανά, χωρίς όρους.

Κρατιέσαι από τον φίλο και προχωράς.
Γεύεσαι ξανά την χαρά.
Σαν τη σοκολάτα σε ζεστό νερό.

Κυριακή, 22 Απριλίου 2007

Οσο περνούν τα καλοκαίρια


Είναι περίεργη αυτή η Ανοιξη. Θα τολμούσα να πω δολοφονική. Υποπτη, γεμάτη ανατροπές, ζέστες, απρόσμενες αλλεργίες, αναπάντεχες συναντήσεις.

Κι όπως κάθε Ανοιξη, σου γεννά την επιθυμία να μιμηθείς τους ποιητές.

Μια αποπειρα αφιερωμένη σε όλους εσας που με ανέχεστε και με διαβάζετε τόσο καιρό!


Όσο περνούν τα καλοκαίρια,
Ένα, δύο, τρία,
Έρχεται κι εκπίπτει η ηδονή.

Όσο προσμένουμε τους νεόκοπους χειμώνες,
Ένας, δύο τρεις,
Έρχεται κι αλαφρώνει το άχθος.

Όσο τα χρόνια προστίθενται,
Σαραντα ένα, σαράντα δύο , σαραντα τρία.
Έρχεται και διευρύνεται το οπτικό πεδίο.

Λες και το κλείστρο του φακού ανοιγοκλείνει πιο γλυκά,
Λες και το διάφραγμα αγνοεί τους κανόνες,
Λες και το φως της μητρικής οδού ξεκαθαρίζει.

Δεν είσαι εσύ ο δαίμονας που στοιχειώνει τις σκόνες,
Δεν είσαι εσύ ο δυναστής που γητεύει τις ώρες.
Εσύ είσαι απλά η αφορμή.

Όσο περνούν τα καλοκαίρια,
Όσο τελειώνουν τα μελάνια,
Όσο τα φαντάσματα μ’ εγκαταλείπουν,
Τόσο οι βεβαιότητες παίρνουν την θέση τους.
Τι κρίμα.

Σάββατο, 21 Απριλίου 2007

ΣΚΛΗΡΟΣ ΜΗΝΑΣ Ο ΑΠΡΙΛΗΣ


«Μέρες αδέσποτες»


Έρχονται αυτές οι περίεργες μέρες, που δεν ξέρεις τι σου φταίει. Τι είναι αυτό που σου πάει στραβά. Τι σου χαλάει με τέτοια επιτυχία το κέφι.
Έρχονται αυτές οι μέρες που η γεύση χάνεται από τις μικρές ευτυχίες του κόσμου, που όλα σου μοιάζουν χυδαία και απωθητικά.
Έρχονται αυτές οι μέρες που το σπίτι δεν σε χωράει, το γραφείο σού φαίνεται μικρό, οι κουβέντες ίδιες και χιλιοειπωμένες, οι κινήσεις, οι δράσεις και οι αντιδράσεις, μια χιλιοπαιγμένη ελληνική ταινία.

Έρχονται αυτές οι μέρες που νομίζεις ότι η ίδια σου η πόλη σε διώχνει σε νόστους μακρινούς. Μετανάστης στην γενέθλια γη σου.

Έρχονται αυτές οι μέρες που ακόμη και το χρώμα του δέρματος σου σ’ ενοχλεί, που δεν ανέχεσαι ούτε τον θόρυβο, ούτε τις σιωπές.
Έρχονται αυτές οι μέρες που θάθελες να βουτήξεις στην απεραντοσύνη της πιο μεγάλης ανυπαρξίας. Που σου φαίνεται αβάσταχτο να είσαι κάποιος με όνομα και διεύθυνση κατοικίας, και θες περιπαθώς να γίνεις ένας άγνωστος, στην μέση του πουθενά, σε τόπους και γεωγραφίες φανταστικές. Να μην υπήρξες, να μην υπάρξεις ποτέ ξανά.

Έρχονται αυτές οι μέρες και κάθονται στο μπαλκόνι μου, επιστρέφουν κάθε χρόνο, ίδιες κι απαράλλαχτες σαν τα αποδημητικά πουλιά, που ξαναβρίσκουν την θαλπωρή της ίδιας φωλιάς.

Έρχονται αυτές οι μέρες και κατοικούν στην ψυχή μου, και μου βαραίνουν τον ύπνο, και χώνονται ύπουλα στα όνειρα μου, αλλάζουν τις συλλαβές από τις λέξεις μου, αλλάζουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου, με μεταμορφώνουν.
Αυτές οι μέρες, οι καταραμένα αγαπημένες.
Και πίσω τους μαζί τους, μπροστά τους, οι φαύνοι των Αποκρεών.
Οι φαύνοι, οι μεταμφιεσμένοι αυλοκόλακες-βρυκόλακες της γυαλιστερής καθημερινότητας μας.
Οι φαύνοι, οι πειρασμοί που ξεχύνονται και προσφέρονται αφειδώς και άνευ ανταλλάγματος από παντού.
Οι φαύνοι, που τους γνωρίζω και που τους βλέπω για πρώτη φορά.
Έρχονται κι εκείνοι. Κι όλοι μαζί γινόμαστε κάτοικοι του ίδιου μυαλού, της ίδιας διάνοιας, και μάταια προσπαθούμε να αποφύγουμε ο ένας τον άλλο.

Πόσο θάθελα να τελειώσουν, να μην ξαναγυρίσουν ποτέ.
Αυτές οι μέρες που η ματαιότητα της ύπαρξης μου λέει καλημέρα στον πρωϊνό καθρέφτη. Αυτές που οι μέρες που τίποτα δεν είναι καλό καγαθό, αλλά όλα είναι μουντζουρωμένα από το άγγιγμα του ανθρώπου. Αυτές οι μέρες που το ξόρκι της αγάπης μοιάζει ανύπαρκτο, που ο έρωτας για τα πιο μικρά και τα πιο ασήμαντα μοιάζει ασήκωτο άχθος, που οι χαρές έχουν καταβαραθρωθεί στον Καιάδα της γκρίνιας.

Θέλω να φύγουν, να εξατμιστούν, να μην ξαναγυρίσουν. Και μαζί τους όλοι οι φαύνοι και οι φαύλοι της μικρούλας μου ζωής.

Γι αυτό σου λέω, να με προσέχεις, αυτές τις μέρες, να μην με πληγώνεις, να μην μου επιτίθεσαι, νάσαι καλός και τρυφερός, νά είσαι φίλος μου κι όχι αντίπαλος μου, μια που είσαι εσύ ο άρχοντας ο σκοτεινός αυτών των ημερών, μια που μόνο σε σένα υπακούουν αυτές οι μέρες, εσύ, ο αμείλικτος χρόνος, ο φαύνος με τα χίλια πρόσωπα, ο Διόνυσος των παλαιών καιρών. Εσύ που πριν από μερικά ασήμαντα λεπτά (ή μπορεί να ήταν και μέρες ίσως και μήνες) μου μέτρησες 40 ολόκληρα χρόνια και μου έκλεισες πονηρά το μάτι.
Γι αυτό σε παρακαλώ, ή μάλλον σε διατάζω, αυτές τις μέρες να είσαι σύμμαχος, γιατί συγκάτοικοι δύσκολοι και δύστροποι, επισκέπτες ανεπιθύμητοι είναι αυτές οι μέρες.
Νάφευγες και να τις έπαιρνες μαζί σου.
ΥΣ: Καμιά φορά η θλίψη για μια απώλεια σε χτυπάει εκεί που δεν το περιμένεις! Στην μέση ενός τραπεζιού, στην μέση μιας πρότασης , στην μέση μιας συνηθισμένης μέρας! Είναι σκληρός μήνας ο Απρίλης! Ο πιο σκληρός!

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2007

ΕΝΑ ΑΡΓΟ ΣΧΟΛΙΟ

Να εξηγούμαστε για να μην παρεξηγούμαστε: Οπως κάθε άνθρωπος έτσι κι εγώ έχω τα πάθη μου, αν και οι φίλοι διαρρυγνύουν τα ιμάτια τους λέγοντας ότι είμαι και λίγο δογματική! Μπορεί και να έχουν και δίκιο. Εξαιτίας αυτού του παρορμητικού του χαρακτήρος μου λοιπόν δεν ασχολήθηκα, παρα τις σπουδές μου σε δημοσιογραφία και κινηματογράφο (αν και το πάλεψα για μια ολόκληρη 5ετία) με την λαμπερή show-biz. Ετσι διάλεξα για βιοπορισμό ένα πολύ πιο τεχνοκρατικό επάγγελμα για να μπορώ να γράφω και να λέω ότι θέλω. Γι αυτό λοιπόν για οτιδήποτε δείτε γραμμένο από μένα που αφορά στο λατρεμένο μου σινεμά θα πρέπει να θυμάστε ότι η ματιά μου και η απόψη μου δεν αντικειμενική. Είναι ηθελημένα υποκειμενική και διέπεται από πάθη!

Κυρίως Θέμα : Berlinale in Athens 2007.

Ταινία : El Custodio (Σε ελεύθερη Μετάφραση : Ο Συνοδός)

Σκηνοθέτης:RodrigoMoreno
Ηθοποιοί: Julio Chavez, Osmar Nunez, Marcelo D'Andrea, Elvira Onetto

Θέμα:
Η μοναχική ζωή ενός σωματοφύλακα του Ruben, καθήκον του οποίου είναι η συνεχής φύλαξη του Υπουργού Προγραμματισμού. Έτσι ο Ruben πρέπει συνεχώς να είναι παρόν χωρίς να γίνεται αντιληπτός. Ως σκιά του υπουργού ο ήρωας της ταινίας βιώνει τα πάντα από το περιθώριο, βλέποντας τη ζωή να περνά κυριολεκτικά από μακριά. Ο μοναχικός Ruben διαθέτει μια πνευματικά διαταραγμένη αδελφή, μια εκκεντρική ανιψιά, και στον κόσμο γύρω συνυπάρχουν η πορνεία και το λαθρεμπόριο όπλων μαζί με την μονοτονία της ζωής του και τις περιστασιακές ταπεινώσεις από τον υπουργό και την οικογένεια του.

Λοιπόν: Αργοί ρυθμοί στην αρχή της ταινίας.
Αυτό ήταν ένα μικρό μειονέκτημα, ειδικότερα αν προέρχεσαι από τους φρενήρεις ρυθμούς της Αθήνας.
Σιγά – σιγά μπαίνεις στο τίποτα της ταινίας. Κι εννοώ ότι τίποτα το συναρπαστικό δεν γίνεται. Καθημερινότητα, βαρετή, απόλυτα προβλέψιμη, ένας βάλτος. Κι όμως διανθίζεται από ψήγματα μικρής παράνοιας. Κοινωνικά σχόλια τόσο υποδόρεια που δεν τα αντιλαμβάνεσαι.
Η ασφυξία της οικογένειας. Τα χρόνια που περνούν. Η πόρνη. Η παρανομία. Οι αυλοκόλακες. Η νιότη που άφησες πίσω. Τα πράγματα που δεν θα κάνεις ποτέ. Η πόλη που σε ακολουθεί παντού. Η αλαζονεία της εξουσίας. Το τίποτα της ύπαρξης σου. Όλα αυτά πλεγμένα σε ½ ώρα όπου ουσιαστικά παρακουλουθείς κι εσύ κάποιον μεγαλόσχημο. Καμία έκρηξη, καμία σύγκρουση, κανένα εσωτερικό ή εξωτερικό δράμα. Ενας απόλυτα κανονικός άνθρωπος ο σωματοφύλακας. Ενας άνθρωπος σε μια πορεία προς τα όρια του και την μη επιστροφή!

Βυθίστηκα στην ανυπαρξία του, και το τέλος το περίμενα, το ήθελα. Δεν με απογοήτευσε. Ωραία ταινία, πολύ χαμηλών τόνων. Ο πρωταγωνιστής, μια συνηθισμένη φάτσα, παρόλαυτα εξαιρετικός. Καμία υπερβολή στο παίξιμο του. Και το σενάριο απλό, σχηματικό. Κι όμως από το τίποτα, το σινεμά της Νότιας Αμερικής (Αργεντινή) καταφέρνει να πει πάρα πολλά.

Συμπέρασμα: Αν την πετύχετε σε dvd-club, να την δείτε (όσοι αγαπάτε με πάθους τους 300 μην την δείτε). Αλλά να θυμάστε ότι εγώ λατρεύω τους νοτιο-αμερικάνους και τις ήσυχες ταινίες.

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2007

Παραμύθια για μεγάλα και πιο μεγάλα παιδιά Νο2


Κουρασμένη ψυχή, είπες. Γράψε μου κάτι για τις κουρασμένες ψυχές, είπες.
Ενα δοκίμιο. Δυο λέξεις αραδιασμένες σε σειρά. Τρεις σκέψεις.
Και σκέφτηκα τις αποστάσεις ανάμεσα στο χθες και το σήμερα.
Τα βήματα από τους πρώην στους νυν λαβύρινθους.
Τις αναπνοές που χρειάστηκαν για να φουσκώσουν τόσα πολλά μπαλόνια ελπίδας.
Κουρασμένη ψυχή, είπες.
Να ξαποσταίνεις, να στηρίζεσαι, να ανακτάς δυνάμεις.
Να πίνεις νερό, ν’ αφήνεις τους άλλους να σε κανακεύουν.
Ν’ ανοίγεις τα παράθυρα στις υγρές μέρες του ουρανού.
Να σκύβεις για ν΄ ακούσεις πότε θα περάσει το τρένο.
Να ψάχνεις στα συρτάρια για γράμματα παρελθόντων αιώνων.
Κουρασμένη ψυχή, είπες.
Κι εγώ σήμερα έχω γρέζια στο λαιμό και δεν μπορώ να μιλήσω.
Κι εγώ σήμερα έχω κάλους στα δάχτυλα και δεν μπορώ να γράψω.
Κι εγώ σήμερα έχω άδειο κεφάλι και δεν μπορώ να σκεφτώ.
Γράψε μου κάτι για τις κουρασμένες ψυχές, είπες.
Εδωσες μία παραγγελία, έθεσες τις νόρμες και τα καθεστώτα, απαίτησες πλήρη ικανοποίηση των επιθυμιών, χαμογέλασες και επέστρεψες στις σιωπές σου.

Λοιπόν, ήταν μια φορά κι έναν καιρό μια ψυχή, μια ψυχούλα που φορούσε πολύχρωμα πατίνια και πολλές σειρές φτερά. Ετσι οι πτήσεις της ήταν ξεκούραστες, ασφαλείς, ατέρμονες.
Οταν βαριόταν να πετάει, γλιστρούσε πάνω στα πατίνια και ανεβοκατέβαινε τους δρόμους με χαρακτηριστική ευκολία.
Ωσπου μια μέρα, (γιατί πάντα τα παραμύθια έχουν ένα συγκλονιστικό ώσπου), ήρθε να μπει στη ζωή της ψυχούλας μας ο πυρετός.
Ενας πυρετός υψηλών θερμοκρασιών, που έκανε τα μάτια της να γυαλίζουν, τα μαλλιά της ν’ ανεμίζουν, τα μάγουλα της να κοκκινίζουν.
Ενας πυρετός που έβαλε φωτιά στα πατίνια της, που έκανε τα φτερά της να χορεύουν σαν τρελά.
Κι άρχισε η ψυχή να αιωρείται, να ταξιδεύει, να ονειρεύεται ακατάπαυστα.
Κι ο πυρετός επέμενε, και τα φτερά δούλευαν ασταμάτητα.
Και πέρναγαν οι ώρες. Οι μέρες. Οι βδομάδες. Οι μήνες.
Και στόμωσαν τα πατίνια, φθάρθηκαν τα ρουλεμάν, στράβωσαν οι άξονες.
Και μάδησαν τα φτερά, ξέφτισαν τα χρώματα, χάθηκε η ορμή.
Τότε λοιπόν ήταν που ο πυρετός μάζεψε τις εξάψεις και τις εξάρσεις του, τους εφιάλτες και τις φλογισμένες σκέψεις του και αποχώρησε. Σαν να μην ήρθε ποτέ. Σαν να μην υπήρξε ποτέ στη ζωή της.
Κι έμεινε η ψυχούλα μας αποκαμωμένη.

Κουρασμένη ψυχή, μου είπες, κι αναρωτήθηκα ποιο να ήταν άραγε το όνομα αυτού του πυρετού.

Τρίτη, 17 Απριλίου 2007

Αρση της ανωνυμίας


Με αφορμή ένα παλαιότερο post του Νίκου Δήμου, αλλά και εξαιτίας διαφόρων κατά καιρούς συζητήσεων με φίλους bloggers και μη, μια σκέψη γυρίζει αρκετό καιρό στο μυαλό μου: Η κατάργηση της ανωνυμίας.

Γράφωντας εδώ και κάποιον καιρό πράγματα που αφορούν προσωπικά δεδομένα, αλλά και εκφέροντας γνώμη για κάποια άλλα, θεώρησα ότι η ανωνυμία μου προσφέρει ίσως μια ασφάλεια και μια κάλυψη, η οποία δεν είναι για μένα το ζητούμενο.

Ξεκίνησα να γράφω στο blog με σκοπό την έκθεση στο αναγνωστικό κοινό των κειμένων μου, για να μπορέσω να καταλάβω μέσα από την ανταπόκριση και τα σχόλια αν η περιπέτεια της συγγραφής στην οποία έχω μπει, έχει τις δυνατότητες να με οδηγήσει κάπου.

Ετσι λοιπόν πιστεύω ότι η ανωνυμία μου θα πρέπει να λήξει εδώ.

Μάρω Κακαβέλα
ΥΣ:Φωτο : Σεπτέμβριος 2006 . Κάπου στην Εύβοια σε τραπέζι γάμου.
Βέβαια η φωτο έχει περάσει από photoshop. Για να μην λέτε ότι δεν σας τα λέω όλα.






Δευτέρα, 16 Απριλίου 2007

Μελανιά

Και μια που αρχίσαμε να μιλάμε για χαμένες αγάπες και ατελέσφορους έρωτες, ψάχνοντας τα χαρτιά μου ανακάλυψα ένα ποίημα που είχα αφιερώσει πριν κάποια χρόνια στο Γ., με τον οποίον ήμουν ερωτευμένη (σφόδρα αν δε με απατά η μνήμη μου) , αλλά εκείνος με έπτυε κανονικότατα. Για τον απλούστατο το λόγο ότι είχαμε μια πολυ μικρή , ασήμαντη διαφορα ηλικίας (8 μόνο χρόνια). Εκείνος μικρότερος εννοείται!


Ασφυξία και ανία ο χρόνος που μετρούσε.

Αφίλητο το στόμα που σιωπούσε.



Απειρα τα λόγια που δεν ειπώθηκαν.

Ανυδρα τα μάτια που δεν λατρεύτηκαν.


Αφιλτρα τσιγάρα στο τασάκι.

Ακαπνες οι νύχτες στο κρεβάτι.


Αφωνη η μελωδία, κάτω απ’ τα φώτα.

Αοσμη η ανάσα από τα χνώτα.


Αχαρα το χέρια που κρέμονταν απ’ τους ώμους.

Αρρυθμο το στήθος που δεν υπάκουε στους πόθους.


Ακίνητα τα πόδια, τ’ απλωμένα στην πλάτη της ζωής.

Ανεκπλήρωτοι οι τόποι της ηδονής.


Αμέτρητη η ώρα μιας μέρας που βράδιαζε.

Αταξίδευτα τα όνειρα ενός ύπνου που δεν σου μοιαζε.


Αψεγάδιαστο το είδωλο μιας μεγάλης φυγής.

Αστεγο και θλιβερό το σώμα αυτό,

ο ξενιστής μιας μελανιασμένης ψυχής.

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2007

Ατελέσφορος Ερωτας


Μίλαγα το πρωί μ’ έναν φίλο, για ατελέσφορους έρωτες.
Όλοι μας έχουμε.
Ή σχεδόν όλοι μας.
Ή μπορεί πάλι και μόνοι λίγοι από μας.
Δεν ξέρω.
Είναι τα blogs ένα δημόσιο βήμα.
Ενα θέατρο όπου κανείς εκτίθεται.
Και σκέφτηκα ότι είναι κι ένας τρόπος να επικοινωνείς με ανθρώπους που έχεις χάσει.

Εξηγούμαι: Θα σας μιλήσω για έναν δικό μου ατέλεσφορο έρωτα.
Παλιό. Εξαιρετικά παλιό.
Είκοσι χρόνια πριν. Το 1987. Από Γενάρη μέχρι Οκτώβρη.
Εγώ στην Πάτρα , εκείνος, ο Χρίστος στην Αθήνα.
Επικονωνία δύσκολη. Το τηλέφωνο ακριβό. Φοιτητές γαρ. Τα ταξίδια επίσης.
Οπότε τι απέμενε;
Κλασσικό, παλιομοδίτικο ταχυδρομείο.
Χειροπιαστό.
Με τα γράμματα να απλώνονται στο χαρτί.
Χειρόγραφο. Πριν την εποχή του υπολογιστή και του εκτυπωτή. Μιλάμε για παλαιολιθικούς χρόνους!
Κάθε πρωί κατέβαινα στην είσοδο της πολυκατοικίας εκατό φορές να τσεκάρω αν ήρθε ο ταχυδρόμος.
Το ανυπόμονο σκίσιμο του φακέλου.
Το πρώτο γρήγορο, αγχωμένο διάβασμα, και μετά η απομόνωση και η αργή επανάληψη. Λέξη, λέξη. Πρόταση, πρόταση. Ξανά και ξανά.
20 χρονών πιτσιρίκια. Ο ενθουσιασμός χτύπαγε κόκκινα.
Μάιος 87 στην Θεσσαλονίκη. Κι οι δυό μας σε σπιτια φίλων φοιτητών. Να ξεφύγουμε από τις απαγορεύσεις. Πρωτομαγιά.
Θυμάμαι μόνο μια βραδιά σε μια ταράτσα στου Χαριλάου. Μιλούσαμε με τις ώρες. Τι λέγαμε, ούτε και ξέρω. Η αίσθηση μου έχει μείνει μόνο. Ο κόμπος στο στομάχι μαζί με την απόλυτη ευτυχία του έρωτα.

17 Μαίου . Ταξίδι αστραπή του Χρίστου στην Πάτρα. Με το πρώτο ΚΤΕΛ. Να είμαστε μαζί στα γενέθλια του. Χιλιάδες ψέματα για να ξεφύγω. Επιστροφή του στην Αθήνα με το τελευταίο.Δάκρυα στο σταθμό. Γίναμε μελό.

Μια εξεταστική που πήγε άπατη.
Από την μία ο έρωτας και από την άλλη η Εθνική Μπάσκετ που κέρδιζε το ΕURO'87.
The final countdown.

Ατέλειωτα μεταμεσονύχτια τηλεφώνηματα στην Αθήνα του καύσωνα.
Μπρος και πίσω.
Τα μάτια του θυμάμαι πάντα. Τεράστια. Μαύρα. Σκοτεινά.
Και τις κασέτες με τα τραγούδια που μου έγραφε.
Γερμανός. Σαββόπουλος. Αδελφοί Κατσιμίχα. Albinoni. Μικρή νυχτερινή μουσική του Μότσαρτ.
Και τις βόλτες τις νυχτερινές στην Οστρια της πλατείας Εξαρχείων. Μπύρες. Πίσω με τα πόδια. Χέρι-χέρι.

Διακοπές χωριστά.
Εκείνος στην Κέρκυρα. Εγώ εδώ, σε καλοκαιρινή δουλειά.
Γράμματα. Κι άλλα γράμματα.
Και τα πρέπει, που πίεζαν.

Σαββατο του Οκτωβρίου. Μου κάνει δώρο το «Αντίο γλυκιά μου» του Ντάσιελ Χαμμετ.
Το τέλος.
Ο επίλογος ενός ατελέσφορου έρωτα.
Εγώ που δεν αποφάσισα ποτέ ανάμεσα σε δύο.
Κι εκείνος που δεν άντεξε άλλο να με περιμένει.
Μου έμειναν τα γράμματα. Οι κασέτες. Η αίσθηση του ανεκπλήρωτου. Και η μανία με τα μυθιστορήματα νουάρ.

Και μια συγνώμη που πρέπει να ζητήσω είκοσι χρόνια μετά.

Συγνώμη Χρίστο. Δικά μου ήταν όλα τα σφάλματα.

Να είσαι καλά.

Σημείωση: Εγώ στην φώτο. Καλοκαίρι του 2006 στην Αστυπάλαια.

Τρίτη, 10 Απριλίου 2007

MANIA



Η πρώτη λέξη που μου ήρθε στο μυαλό ήταν : μανία.
Η άγια τρέλα.
Ο θυμός που έρχεται από βαθιά μέσα μου, που έχει τη ρίζα του στο πιο αρχέγονο κομμάτι της ύπαρξης μου, ένας θυμός που ανδρώνεται στο στομάχι, φουσκώνει στις αναπνευστικές οδούς, και γίνεται καταιγίδα μόλις εισβάλει στην στοματική κοιλότητα.
Μανία. Μια λέξη με στρογγυλά φωνήεντα, μια λέξη που μπορεί να μεταλλαχθεί από ψίθυρο σε κραυγή.

Μανία. Λαχτάρα, καταδίωξη, εμμονή, παραφροσύνη, φαύλοι επαναλαμβανόμενοι κύκλοι, πάθος, παραφορά, εκφορά λέξεων απαγορευμένων, συνήθεια, απολυτότητα. Μια μόνο λέξη, ίδια σαρανταποδαρούσα, με χιλιάδες μικρά ποδαράκια, με χιλιάδες μικρά παράσιτα.
Το επόμενο βήμα ήταν η ματαιότητα. Λέξη αυστηρή, γοτθική, μεσαιωνική. Μια λέξη που κουβαλάει μαζί της τον πιο βαρύ σταυρό, το προπατορικό αμάρτημα μιας ολόκληρης ανθρωπότητας.

Ματαιότητα. Το άνευ σκοπού, στόχου και αποτελέσματος σύντομο και αμφίβολης ποιότητας ταξίδι μας πάνω στη γη.
Μια λέξη που εμπεριέχεται σε όλες τις υπόλοιπες.
Μια λέξη μπαμπούλας που καταργεί την χαρά, την προσμονή, την θλίψη, την ποίηση, τον πόνο.

Μανία για ματαιότητα. Τι είναι αυτό τώρα; Το ξόρκι του θανάτου;
Η μαγεία της πρόσκαιρης ελπίδας;
Η μαθητεία των προηγούμενων ζωών;
Η μαρτυρία του χαμένου γραμμικού ανθρώπινου χρόνου;
Κι όλοι αυτοί οι συνειρμοί που κάνω, ποια έχουν αφορμή; Με ποια αιτία;
Πάντοτε η επόμενη μέρα των «ευτυχισμένων εορτών» με τρόμαζε, μιας και κουβαλούσε μέσα της την μανία για χαρά και την ματαιότητα της σπατάλης. Σπατάλη ύλης και ψυχής.
Η επόμενη μέρα της μακροημέρευσης μας !
Κι όλα αυτά γιατί;
Για έναν έρωτα που δεν κρατήθηκε μακριά, αλλά πλησίασε επικίνδυνα πολύ.

Η μανία για την ματαιότητα ενός ανώφελου, ανασφαλούς, ατελέσφορου έρωτα που εξαχνώθηκε, πριν προλάβεις να θέσεις τα δάχτυλα επί τον τύπο των ήλων.

Αλλωστε έτσι δεν συμβαίνει με κάθε έρωτα, θεϊκό ή ανθρώπινο;

Σημείωση: Deanne Fitzmaurice: 2005 Pulitzer Prize for Feature PhotographyFrom Baghdad to Oakland, Saleh's father, Raheem, stayed at the boy's bedside, ready with a comforting touch. Chronicle photo by Deanne Fitzmaurice



Τρίτη, 3 Απριλίου 2007

ΑΓΙΟΝ ΠΑΣΧΑ - ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΡΑΣΤΩΝΗ


Eπωφελούμαι της προσωρινής αδράνειας των πραγμάτων για να συγκεντρωθώ κι επιτέλους να αποτελειώσω κάτι που έχω αφήσει ημιτελές και το οποίο εκκρεμεί από πέρυσι.

Οπότε θα τα ξαναπούμε apres.

Σας ασπάζομαι όλους.