Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2008

100η : Η Θάλασσα μέσα μου

Για να εορτάσουμε το 2008 και την εκατοστή ανάρτηση , ένα κομμάτι αφιερωμενο σε όλους εσάς τους διαδικτυακούς φίλους που τελευταία έχω εγκαταλείψει.

Ευτυχισμένος ο νέος έτος για όλους μας!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Κοίταζε την θάλασσα που απλωνόταν κάτω της. Χρόνια τώρα κοίταζε την θάλασσα της. Από το παγκάκι κάτω από το αλμυρίκι στο μικρό ύψωμα στην Κάτω Μερά, από το μπαλκόνι στην Αθήνα, από την αίθουσα των γιατρών στο νοσοκομείο, απ’ οπου κι αν βρισκόταν κοίταζε την θάλασσα της. Κόντευε οκτώ, η καλύτερη ώρα, ο ήλιος είχε βασιλέψει πίσω από το φαράγγι των νεκρών, πισω της, και το φως όλο και μαλάκωνε. Όλο και εξασθενούσε. ‘Εφευγαν μία μία οι βάρκες για το βραδυνό παραγάδι, η «γοργόνα», η «παναγίτσα», η «ρηνούλα». Όλες με γυναικεία ονόματα, όπως και η θάλασσα της. Κεκαρμένη την έλεγε η μάνα της. «Τι θα πει μανούλα κεκαρμένη;». «Αυτή που έχει εγκαταλείψει τα εγκόσμια», ερχόταν η απάντηση της μάνας. Δασκάλα η μάνα, αυστηρή, δωρική σχεδόν, λίγες πάντα οι κουβέντες της, κι εκείνες μερικές φορές ακατάληπτες, αινιγματικές. Στεκόταν παράμερα η ‘Αννα, παρατηρούσε την κυρία Σοφία, και θαύμαζε. Έτσι ήταν η μάνα, απρόσιτη, λες και η πειθαρχία της τάξης απλωνόταν και μέσα στο σπίτι. Δύσκολη στις λέξεις της, δύσκολη στην αγάπη της, δύσκολη και με τους ανθρώπους. Τους φοβόταν η μάνα τους ανθρώπους, μόνο τους μαθητές αγαπούσε. Αλλά μόνο όταν βρισκόταν στο σπίτι. Στο σχολείο είχε την φήμη της αυταρχικής, της στυφής, της άγριας. Μόνο στο σπίτι τους αράδιαζε το τούτο και το κείνο που έκαναν τα μικρούλια της. Τις αταξίες, τις απροσεξίες, τα προβλήματα. Όλα τα ήξερε η κυρία Σοφία. Όλα όσα αφορούσαν τους μαθητές. Κι ας νόμιζαν εκείνοι πως το μόνο που την ενδιέφερε ήταν η προπαίδεια του εννιά, και ο αόριστος του κείτομαι.
«Τι θα πει μανούλα κεκαρμένη;». «Αυτή που έκοψε τα μαλλιά της κι όλους τους δεσμούς με τα γήινα».
«Και γιατί είναι η θάλασσα μου κεκαρμένη, μανούλα;». Δέκα χρονών κορίτσι η Άννα αδύνατον να πιάσει τους συνειρμούς. Γιατί μήπως και τώρα που περπατούσε στα 37, τους καταλάβαινε. Άκου κεκαρμένη η θάλασσα. Από κι ως πού; Της έμεινε όμως η λέξη, Της άρεσε ο ήχος που έκανε στην εκφορά της, αυτό το κάπα κι ύστερα το ρο, πολύ της πήγαινε της θάλασσας το ρο.
«Αχ, βρε κυρία Σοφία. Μ’ άφησες μόνη μου και φέτος. Να κατέβω να τους αντιμετωπίσω όλους μόνη μου.» Δυνατά τα’ πε η Άννα. Αλλά και ποιός την άκουγε. Έρημο ήταν το ύψωμα. Οι λιγοστοί τουρίστες απότρωγαν το μεσημεριανό τους στην μοναδική ταβέρνα, δίπλα στην θάλασσα. Οσο για τους ντόπιους, νωρίς ήταν ακόμα για να κάνουν την εμφάνιση τους.
Ανένδοτη η κυρία Σοφία. Πάει τέλειωσε το χωριό για κείνη. Δεν ξανακατεβαίνει. Μετά τον θάνατο του πατέρα, κλείστηκε στο σπίτι, κι έβγαλε απόφαση. Αυτή μόνη της δεν ξαναταξιδεύει. Όσο ταξίδεψε, ταξίδεψε. Τώρα τόπος της είναι η Αθήνα. Το διώροφο στο Μεταξουργείο, η γειτονιά του πατέρα. Άλλο τόπο δεν έχει. Το ξεκαθάρισε. Να μην την σκοτίζει η Άννα. Μεγάλη γυναίκα, είναι, δεν πάει πουθενά. Κι αν την βρεί κάτι μακριά από το σπίτι της, τι θα κάνει; Όχι. Κι άμα η κυρία Σοφία έλεγε κάτι, νόμος. Σώπαινε η Άννα, σώπαινε και ο πατέρας.
Σκούραιναν τα χρώματα. Άναβαν τα λίγα φώτα της Κάτω Μεράς. Μια ταβέρνα, μία pub, λίγα σπίτια μονοδωμάτια χαμένα μέσα στα στρέμματα με τις μπανανιές, ο Αγιος Ταξιάρχης, το ξωκλήσι στο απέναντι λοφάκι, και τ’ αρχαία. Δόξα σοι ο Θεός για τα αρχαία. Αυτά είχαν σώσει τον τόπο από την αξιοποίηση. Όλη η περιοχή είχε χαρακτηριστεί αρχαιολογική. Κέρβερος η τοπική εφορία αρχαιοτήτων. Ότι είχε κτιστεί πριν ανακαλυφθούν τα ερείπια του παλατιού παρέμενε. Από κει και πέρα ούτε σκηνή δεν έστηνες. Έξυπνοι άνθρωποι αυτοί οι πανάρχαιοι. Έχτισαν τα παλάτια τους, εδώ στην άκρη του πουθενά, στην ανατολική μεριά, στην πιο ωραία θάλασσα του κόσμου. Στο τέλος από το φαράγγι των νεκρών, εκεί που αρχίζει το μεγάλο ταξίδι.
«Αχ βρε κυρία Σοφία. Και το σπίτι, οι ελιές, η πεζούλα, τι θ’ απογίνουν;».
«Πούλα τα.» Ετσι απλά, μ’ ένα πούλα τα καθάριζε.
Κοριτσάκι είχε φύγει από το χωριό η κυρία Σοφία. Να πάει στην πρωτεύουσα να σπουδάσει. Είχε λεφτά ο πατέρας της. Μοναχοκόρη του ήταν, δεν ήθελε να την κλειδώσει στο χωριό. Στην Αθήνα εσωτερική στις καλόγριες, κι ύστερα στην Μαράσλειο. Κι ύστερα ο καρκίνος του πατέρα της κι ο θάνατος. Δεν τον πρόλαβε ζωντανό η κυρία Σοφία τον πατέρα της. Είχε απαγορευτικό και δεν έδεναν τα πλοία. Ούτε την κηδεία πρόλαβε. Μόνο τα τριήμερα. Κι ύστερα τα μάυρα. Τα μαύρα που την κυνηγούσαν μια ζωή. Πάνω που τα ξάνοιγε τα μαύρα η κυρία Σοφία, ξανά έβγαινε το λούτρινο το μαύρο το παλτό από την ναφθαλίνη. Κι ήταν ωραία γυναίκα η κυρία Σοφία, και της πήγαιναν τα χρώματα, διψούσε η καρδιά της για κόκκινα και κίτρινα, αλλά βλεπεις ο κόσμος. Πάντα πρόσεχε τι θα πει ο κόσμος. Δασκάλα ήταν. Μέτραγε η γνώμη του κόσμου. Έπρεπε να προστατεύει το κύρος της. Έπρεπε να εμπνέει σεβασμό. Κάθε φορά που κάποιος στενός συγγενής πέθαινε, τ’ ασπαζότανε τα μαύρα για ένα τρίχρονο. Την άλλη μέρα της κηδείας του πατέρα μαζί με τα δικά του ρούχα, χάρισε κι ότι χρωματιστό βρισκόταν στην ντουλάπα της.
«Αχ βρε κυρία Σοφία, εσύ η κεκαρμένη, όχι η θάλασσα μου. Για τον εαυτό σου μίλαγε τόσο χρόνια, κι ας μην το καταλάβαινες». Πάλι δυνατά μόλησε η ‘Αννα, πάλι κανείς δεν της απάντησε. Σκοτείνιασε πια. Έχανε από τα μάτια της τον ορίζοντα. Στο βάθος οι βάρκες επέστρεφαν. Είχαν ρίξει τα παραγάδια και γύριζαν. Στα δεξιά της δειλά δειλά κατηφόριζαν τα πρώτα φώτα από τα αυτοκίνητα. Στιφογύριζε ο δρόμος, χάνοταν για μια στιγμή τα φώτα, κι ύστερα ξαναφαίνονταν πιο κοντά. Η βραδυνή κάθοδος. Θα γέμιζε σιγά σιγά η ταβέρνα. Θ’ ανέβαινε ο ήχος από τις φωνές προς το αλμυρίκι.

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2007

Λολίτα


Είναι μαζί μου 13 και χρόνια.

Κομμάτι της καθημερινότητας μου.

Την προηγούμενη Τρίτη έκανε μαστεκτομή γιατί είχε καρκίνο.

Την Παρασκευή γύρισε σπίτι με τρομακτικά προβλήματα αναπνοής.

Δεν τρώει παρα μόνο με το ζόρι και με την σύριγγα.

Είναι συνέχεια κουλουριασμένη στο κρεβάτι κι όταν την ακουμπάς αναστενάζει.

Η απώλεια σε οποια της μορφή πάντα αφήνει ένα κενό.

Σήμερα Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου έφυγε.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

Elizabeth : The Golden Age (κι ο Θεός να βάλει το χέρι του!!!!!!!!!)

Λοιπόν η συνταγή είναι εξαιρετικά απλή.

Παίρνετε έναν Ερολ Φλυν, κατά κόσμον Κλάιβ Οουεν, τον μαρινάρετε σε πολύ αντρίλα και τον αφήνετε αξύριστο με ελαφρό γενάκι.

Μία Μπάρμπι λίγο γεματούλα και κοκκινομάγουλη (Αμπι Κόρνις) και φυσικά ξανθιά και απονήρευτη.

Τον Γκάντολφ από τον Αρχοντα των Δαχτυλιδιών, στο πιο ιντελλεκτουέλ του, αντε και με λίγο αίμα στα χέρια από τα επαίσχυντα πλην απαραίτητα βασανιστήρια του Μεσαίωνα. Για να μην μπερδευόμαστε τον Τζέφρι Ρας δηλαδή με κοτσίδα και ελισαβετιανή περιβολή.

Εναν εξαιρετικό Τζόρντι Μολλά, που παίζει τον Φίλιππο της Ισπανίας και είναι όλα τα λεφτά αυτή η τρέλλα στο μάτι.

Μια επίσης τρομακτικά πειστική Μαρία Στιουαρτ- Σαμάνθα Μόρτον. Κανονικά και τηρουμένων των αναλογιών αυτή η κυρία πρέπει να κερδίσει το Οσκαρ β’ γυναικείου. Κατά αντιστοιχία με την Τζούντι Ντεντς στον Ερωτευμένο Σαίξπηρ.

Και τέλος την Ιωάννα της Λωρραίνης με απαστράπτουσα πανοπλία με δαντελένιο τελείωμα στους καρπούς, με τα μαλλιά της Ραπουνζέλ στους ώμους, και το παγωμένο βλέμμα της οδύνης, κατά την ταινία Ελίζαμπεθ και για τους υπόλοιπους εμάς, Κέητ Μπλάνσετ (δώστε της το Οσκαρ επιτέλους, γιατί θα παίξει και τρίτο σήκουελ, την Ελίζαμπεθ πριν το τάφο!).

Τους ανακατεύετε όλους κυριολεκτικά όμως.

Και εξηγώ. Ο Κλάιβ Οουεν (σερ Γουόλτερ Ράλεϊ) ερωτεύεται την βασίλισσα αλλά πηδάει την Μπάρμπι και την αφήνει τελείως έγκυα και φυσικά την παντρεύεται.

Η Ελισάβετ καλοβλέπει τον κόκκινο κουρσάρο αλλά πολύ κωλοτρίβεται με την ξανθούλα κυρία της τιμής της. Κι όταν μαθαίνει τα περί γάμου και εγκυμοσύνης, τραβάει και μια υστερία οπου μαλλιοτραβιέται με την αμαρτωλή εγκυμονούσα, κι εσύ δεν καταλαβαίνεις αν το κάνει επειδή της είπε ψέματα και της έφαγε τον γκόμενο ή επειδή έχασε την ερωμένη της.

Ο Φίλιππος της Ισπανίας εκτός από φανατικός καθολικός έχει και μια ύποπτη εμμονή με την κόρη του Ισαβέλλα.

Οσο για τον μεγάλο αρχιδούκα Τζέφρι Ρας, παρά το γεγονός ότι ο αδελφός του είναι ο εγκέφαλος για την δολοφονία της Ελισάβετ μια χαρά τον προστατεύει και τον φυγαδεύει.

Εχουμε και λέμε δηλαδή, στο φαγητό εκτός από τα κύρια συστατικά-ηθοποιούς προσθέτετε και λίγη ομοφυλοφιλία, μια υποψία παιδοφιλίας, αρκετό θρησκευτικό φανατισμό (να μην ξεχνάμε και την πολιτική μας τοποθέτηση), κάτι άλογα που κολυμπάνε στην θάλασσα, τον μπουρλοτιέρη Κανάρη, αποσμασματικές σκηνές ναυμαχίες (τύφλα νάχουν τα Κανόνια του Ναβαρόνε), πολύ μάτσο από τον Κλάιβ, λίγη ίντριγκα από την Μεσαιωνική Ευρώπη, κι ύστερα στον φούρνο για 114 λεπτά.

Τι έβγαλε όλος αυτός ο ορυμαγδός;

Μια βαρετή ταινία, όπου το μόνο που με εντυπωσίασε ήταν τα κουστούμια και οι περούκες της Κέητ Μπλάνσετ.

Ευτυχώς που την είδα παρέα με έναν καλό φίλο και ξεκατινιαστήκαμε στην κριτική και στο θάψιμο.

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Περί ρατσισμού και άλλων δεινών


To να είναι κάποιος έξαλλος δεν είναι και πολύ καλός σύμβουλος
στην γραφή.
Και επίσης σε καμία άλλη εκδήλωση της ζωής.
Αν και ο θυμός μπορεί να γίνει κινητήρια δύναμη για
πολλά πράγματα, το εν βρασμώ ψυχής δεν μπορεί να
αποτελέσει επαρκή δικαιολογία για άλλα τόσα.
Παραπατώντας και παραπαίοντας ανάμεσα στην προσωπική
επικοινωνία και τον γραπτό λόγο βίωσα και βιώνω έρωτες και
φιλίες.
Αλλες φορές η γραφή είναι η ρυθμιστική βαλβίδα που
εκτονώνει ενίοτε την ένταση,

κι άλλες γίνεται πάλι η ταφόπλακα μιας σχέσης.
Ετσι περνώντας ο καιρός κατατείνω να πιστεύω ότι
«Εν αρχή είναι ο Λόγος».
Ο προφορικός, ο συνοδευόμενος με χειρονομίες,
εκφράσεις προσώπου,εντάσεις φωνής, αποχρώσεις ματιών και
γιατί όχι και αφές.

Μερικές φορές όμως το γραπτό κείμενο είναι η μόνη
διέξοδος και δίοδος επικοινωνίας.
Ετσι λοιπόν όταν καταλαγιάσει η αψάδα του θυμού και
η πραγματικότητα έρχεται να σου θυμίσει ποιές είναι
οι προτεραιότητες, τότε ξανακοιτάς το κείμενο σου,
στρογγυλεύεις τις άκρες, χτενίζεις την πικρία,
γλυκαίνεις τις σιωπές ανάμεσα στις γραμμές
και λες αυτό που θα ήθελες να πεις πιο χαμηλόφωνα.
Λέω , ή μάλλον γράφω κι εγώ λοιπόν :
Εμείς οι άνθρωποι είμαστε ρατσιστές
(όλο το ανθρώπινο είδος, ανεξαρτήτου χρώματος,
καταγωγής και κοινωνικής τάξης).
Κι εξαιτίας αυτού του ρατσισμού, που υποψιάζομαι
ότι τρέχει στο
DNA μας, πάντα είμαστε έτοιμοι
να κάνουμε ένα σχόλιο, λιγότερο ή
περισσότερο πικρόχολο για τον συνάνθρωπο μας.
Κάτι μεταξύ αστείου και σοβαρού.
Μεταξύ γυμνασιακής χοντράδας και αφ΄υψηλού
ενατένισης των Άλλων.
Κι ακόμα και τις φορές που δεν το εκφράζουμε μεγαλόφωνα,
σίγουρα το σκεφτόμαστε.
Έτσι κι αλλιώς ένα και το αυτό είναι.
Κι αφού λοιπόν όλοι μας είμαστε ρατσιστές,
έχουμε και όλοι μας υποστεί αυτόν τον
ίδιο τον ανεξέλεγκτο ρατσισμό από τους άλλους στο πετσί μας.
Αλλοι περισσότερο κι άλλοι λιγότερο.
Μόνο που όλο αυτό, είναι το παιχνίδι της
επικοινωνίας.
Το παιχνίδι της συγκεκριμένης κοινωνίας που εμείς
οι ίδιοι έχουμε κατασκευάσει.
Το φαίνεσθαι και το είναι.
Η σκιά και το φως.
Το φανερό και το κρυμμένο.
Ευτυχώς που για μερικούς το παιχνίδι σταματάει
ακριβώς εκεί.
Από κει και πέρα ξεκινά η διαβάθμιση και
η σοβαρότητα του ρατσισμού που εκφράζουμε.
Από το σχόλιο στην έμπρακτη εκδήλωση του οποιουδήποτε
ρατσισμού απέναντι στο συνάθρωπο μεσολαβεί
μια άβυσσος.
Η συνειδητοποίηση ότι όλοι μας είμαστε διαφορετικοί
και όλοι έχουμε ακριβώς το ίδιο δικαίωμα με τον
διπλανό μας στην ζωή νομίζω ότι
αποτρέπει κάποιους από εμάς να την διαβούμε αυτήν την
άβυσσο.
Εχοντας περάσει από σχολεία όπου έφαγα με το κουτάλι
την απόρριψη επειδή ήμουν πολύ καλή μαθήτρια,
από πολυτεχνεία και άλλα ευαγή ιδρύματα όπου τα κιλά
και η εξωτερική εμφάνιση έπαιζαν τεράστιο ρόλο στην
ερωτική προσεγγιση, από δουλειές αποκλειστικά
ανδροκρατούμενες όπου το φύλο καθόριζε τον αυτονόητο
επαγγελματισμό και συνεπώς και το ύψος της αμοιβής,
από νοσοκομεία όπου το φακελάκι σου εξασφάλιζε λίγη
επιπλέον ζωή, από σχέσεις που ο οικογενειακός και
ο κοινωνικός περίγυρος μετά βδελυγμίας αποκήρυσσε,
από πολιτικούς χώρους όπου η αντίρρηση σε εξίσωνε με τον
μπάτσο-γουρούνι-δολοφόνο, μπορώ να μιλάω έστω
και εξ απαλών ονύχων για το ρατσισμό της καθημερινότητάς
μας.

Ετσι λοιπόν, εν μέρει απολογούμενη και κάνοντας την
αυτοκριτική μου και εν μέρει προασπιζόμενη ένα
αναφαίρετο δικαίωμα στο να λέω την γνώμη μου,
θέλω να πιστεύω ότι τα σεξιστικά σχόλια που
κατά καιρούς εκτοξεύω κρυφίως και λίγο συνομωτικά
προς «ανυπεράσπιστους» συναθρώπους μου είναι αθώα
ή αν θέλετε δεν κρύβουν τίποτα άλλο παρά μια θεώρηση
του φαίνεσθαι στιγμιαία και παροδική.
Και σίγουρα δεν εμπεριέχουν τίποτα αμιγώς ρατσιστικό και
κακοπροαίρετο, μιας που κι εγω η ίδια έχω τύχει
μιας τέτοιας αντιμετώπισης.
Σαφέστατα και κάνω λάθος όταν χαρακτηρίζω κάποιον
που τον ξέρω μόνον εξ όψεως και εξ ολίγης συνανστροφής
με οποιοδήποτε μειωτικό επίθετο σεξουαλικού προσανατολισμού.
Μόνο που εκφράζω αυτό που πέρασε φευγαλέα από το μυαλό μου.
Και το οποίο στηρίχτηκε σε κάποιες παρατηρήσεις,
έστω και σύντομες, έστω και παραπλανητικές,
και σε κάποια ερεθίσματα τα οποία συνέλεξα από το αντικείμενο
του χλευασμού μου.
Από κει και πέρα όμως, είμαι διατεθειμένη να δώσω και
σε εκείνο και σ’ εμένα 100+1 ευκαιρίες να με πείσει
ότι σφάλλω οικτρά και ότι θα πρέπει
να καταπιώ την γλώσσα μου.
Το μόνο που τελικά προσπαθώ να αρθρώσω εδώ, είναι ότι πολύ απλά το
παιχνίδι της ζωής έχει εξαιρετικά σκληρούς κανόνες και καλά
θα κάνουμε να τους αναγνωρίζουμε.
ΥΣ: Γραμμένο εδώ και κάμποσο καιρό αυτό το κείμενο, το αναρτώ τώρα, όντας λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων αρκετές μέρες της βδομάδας εκτός του άστεως, θεωρώ ότι αυτή είναι η πιο ακατάλληλη στιγμή για θυμούς.

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2007

Αναστολή

Κλειστόν λόγω ανειλλημένων (και αλλειμένων θα τολμούσα να πω) υποχρεώσεων και εξωγενών και ενδογενών παραγοντων για λίγες μέρες.

Οπως έλεγε παλιότερα και η ΥΕΝΕΔ, Διάλειμμα ολίγων λεπτων.

See you around.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2007

95η Ανάρτηση

Ακούω ένα αναπάντεχο τραγούδι, της βροχής και της απόστασης.
Το σπίτι είναι μόνο του.
Αναπνέει μόνο του.
Εξω τα βαρομετρικά είναι εξαιρετικά χαμηλά κι ο αέρας ταλαιπωρεί ανελέητα τις γλάστρες μου.
Το φως κατευθείαν πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή για να διαθλαστεί στα μαύρα πλήκτρα και να απλωθεί ελάχιστα στο χώρο.
Το αλκοόλ πάντα συνοδευτικό.

Μου λείπει η μυρωδιά του καπνού.
Εντονη η παρόρμηση να το ξαναρχίσω. Van Nelle σε στριφτό σκέφτομαι.


Ακούω μια απρόσμονη μουσική.
Της εγγύτητας και του απόμακρου.
Μαζί και χώρια.
Μου θυμίζει τους καινούργιους έρωτες.
Εκείνους που ξακρίζουν στην γωνία, κι εσύ αναζητάς μάταια τα γυαλιά σου για να τους διακρίνεις.
Κι ύστερα κρύβονται στις πτυχές από το πολύχρωμο πουλόβερ και περιμένουν τις ώρες της τόλμης για να ξεμυτίσουν.

Ακούω μια μουσική που κάτι μου θυμίζει.
Μπορεί να είναι το
nearness of you, μπορεί και να μην είναι τίποτα.
Ψάχνω στις παρατημένες μου αναμνήσεις να την βρω.
Στα ασπρόμαυρα φίλμ ενός άλλου αιώνα.
Στις αποτυπώσεις ενός πόθου σκοτεινού.

Ακούω μια μουσική που με κάνει να την θέλω απεγνωσμένα.
Σαν την τελευταία σταγόνα από μια ηδονή που στερήθηκα.
Σαν την στριφογυριστή σκάλα μιας αγάπης που δεν ανέβηκα ποτέ.
Σαν την υπόσχεση που μου έδωσες όταν συναντήθηκαν οι λέξεις μας.
Σαν την φαντασίωση που με αποκοιμίζει κάθε βράδυ.
Τόσο κοντά, τόσο μακριά.
Τόσο καινούργιο, τόσο γνώριμο.

Ακούω μια μουσική σ΄ένα σκοτεινό σπίτι, παραμονές μιας βροχής που ήρθε επιτέλους, κρατώντας συντροφιά στον εαυτό μου, όπως πάντα.

Βράδυ Δευτέρας. Οπως πάντα.

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2007

Αγαπημένο Βρωμο-Δουβλίνο

Οι εντυπώσεις ενός περιηγητή (άσκοπου) από ένα σκόπιμο και προγραμματισμένο ταξίδι στην Ιρλανδία.


Mέρα 1α. Δουβλίνο 13/04/01 (ώρα Ελλάδος 13:00).
Μ.Παρασκευή

Οπως θάπρεπε να είναι ένα αξιοπρεπές Δουβλίνο, βροχερό, θλιμένα αριστοκρατικό, κουλτουριάρικα αυτόνομο, εξωτερικά ήρεμο και μέσα από τα «καφέ» αναβράζων.
Περίεργη αίσθηση μιας πόλης που μόλις ανακαλύπτεις.
Κυρίαρχο στοιχείο το νερό. Σε κάθε του μορφή. Βροχή. Ποτάμι. Στέγες που στάζουν. Ρυάκια στους δρόμους. Σταγόνες στα πρόσωπα των ανθρώπων.
Εδώ Δουβλίνο.

Μέρα 1β. Δουβλίνο 13/04/01 (ώρα Ελλάδος 18:45).
Μ.Παρασκευή

Η εγγύτητα της απόστασης.
Πώς είναι δυνατόν μια απουσία να είναι τόσο έντονη και φανερή !

Πίσω στο ξενοδοχείο μετά από πολλές ώρες ποδαρόδρομο.
Παιδάκια. Απειρα παιδάκια. Σε καροτσάκια, σε αγκαλιές, να τα κρατούν απο το χέρι, να τα σέρνουν μαζί τους παντού. Παιδάκια με ξανθά μαλλιά, με μπλε μάτια, με χαμόγελα, γκρινιάρικα. Πολλά παιδάκια. Δεν τους απασχολεί φαίνεται το μέλλον αυτού του κόσμου τους Ιρλανδούς. Τους αισθάνομαι σίγουρους, βέβαιους ότι η διαιώνιση της ράτσας τους είναι πρωταρχικό μέλημα. Η μήπως μου φαίνεται;
Νάσουνα εδώ!
Η παρουσία δια της απουσίας!
Η εγγύτητα της πιο μακρινής απόστασης!

Μέρα 2. Δουβλίνο 14/04/01 (ώρα Ελλάδος 21:03).
Μ. Σάββατο

Σήμερα ήταν η μέρα των μουσείων. Είδαν τα μάτια μας μουσεία και εκθέματα και πίνακες και βιβλία και φωτογραφίες και φυσικά το σπίτι του James Joyce και το εργοστάσιο της Guinness και ποδαρόδρομος και ορθοστασία. Η μία παράσταση μετά την άλλη. Απίστευτες προσλαμβάνουσες. Πώς να χωρέσουν όλες μέσα σε λίγες ώρες; Τόσες συγκινήσεις μαζεμένες!
Υπερβολικό! Αδύνατο! Όλες παραμένουν αταξινόμητες, έρχονται και φεύγουν και πλημμυρίζουν τα μάτια μου και στριμώχνονταιστην σκέψη μου.

Wish you were here!
Είναι δύσκολο το ταξίδι με κάποιον που δεν τον ξέρεις και τόσο καλά. Η παγωνιά του Δουβλίνου γίνεται πιο διαπεραστική. Τόσες συγκινήσεις. Τόσες παραστάσεις. Κι ο χρόνος μας μόνο μια φλασιά!!!

Μέρα 3. Δουβλίνο 15/04/01 (ώρα Ελλάδος 13:32).
Κυριακή του Πάσχα

Στον σταθμό του τρένου αναμένοντας να περάσει η ώρα να πάρουμε την αμαξοστοιχία Δουβλίνο-Greystones (μια παραλιακή πόλη στον Αντλαντικό).
Ο ήλιος μπαίνει και βγαίνει. Ο κόσμος σήμερα ανύπαρκτος. Κυριακή του Πάσχα, οικογενειακή γιορτή. Μπα, μάλλον συνέρχονται από το χθεσινοβραδυνό μεθύσι. Περίεργη αίσθηση σου δημιουργεί τελικά η Ιρλανδία.Κάτι ανάμεσα σε χαμόγελο και απελπισία.

Δεν μπορώ ακόμα να το καταλάβω. Μια χαρμολύπη ίσως; Είναι όλοι τους ευγενικοί, εξυπηρετικοί, έτοιμοι να σου πιάσουν κουβέντα, κι όμως κάτι υπάρχει. Ισως φταίει κι ο καιρός. Απίστευτο πόσο δεν μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι δεν κατάλαβα φέτος το Πάσχα. Ούτε αβγά, ούτε φωτοβολίδες, ούτε αρνιά, ούτε κλαρίνα. Τίποτα. Μόνο ποδαρόδρομος, σπίτια με κόκκινα τούβλα, ψιλόβροχο, κοκκινομάλληδες χαμογελαστοί άνθρωποι. Οι συνήθειες μιας ζωής, εντός κι εκτός, από απόσταση και από μέσα. Εμείς και οι συνθήκες! Πόσο πλασματικός είναι τελικά ο μικρόκοσμος μας!

Μέρα 3α. Δουβλίνο 15/04/01

Για να μην ξεχνάμε και τις κυριακάτικες συνήθειες μας, αγόρασα τους «Κυριακάτικους Times» της Ιρλανδίας. Με καφέ, χωρίς τσιγάρο, σ΄έναν άγνωστο σταθμό τρένων, να ξεφυλλίζω μια πρωτοδιάβαστη εφημερίδα.
Δεν κάνει και πολύ καλό στην ψυχή να συνεβρίσκεσαι με ανθρώπους που τους θαυμάζεις! Οχι, δεν υπάρχουν καβγάδες, διαφωνίες, γκρίνιες, αντιπαραθέσεις, απλά η παγωνιά του Δουβλίνου έρχεται και κατοικοεδρεύει ώρες και φορές ανάμεσα μας. Δυο άνθρωποι που δεν θα συναντηθούν ποτέ και πουθενά, συνταξιδιώτες σε μια πόλη που ισορροπεί μεταξύ χαράς και απόλυτης θλίψης. Μοναδικός συνδυασμός. Μου λείπουν οι φίλοι μου!

Μέρα 3γ. Δουβλίνο 15/04/01 (ώρα Ελλάδος 14:47).
Κυριακή του Πάσχα.

Τι άξιζε απ’ όσα είδαμε και βλέπουμε; Δεν ξέρω!
Τι θα μου μείνει αξέχαστο; Δεν ξέρω!
Θυμάμαι έντονα τις βιομηχανικές συνοικίες, τις βιτρίνες των κρεοπωλείων με τα χιλιάδες είδη κρεάτων, χοιρομεριών,
ζαμπόν και δεν συμμαζεύεται. Τους άστεγους με τις κουβέρτες και τα χαρτόνια στις γωνίες των βρεμένων δρόμων. Οι άνθρωποι στους σταθμούς, στους δρόμους, οι υπαίθριοι πωλητές λουλουδιών, τα παιδιάκια. Τα εσωτερικά ταξίδια σε μια «εξωτική» χώρα, όπως ίσως η Ιρλανδία;
Κυριακή του Πάσχα.
Σκουπιδιάρηδες. Μεθυσμένοι. Βράδυ Παρασκευής σε κεντρικό σινεμά της πόλης.
Full Irish breakfast κάθε πρωί στο ξενοδοχείο. Μπύρες, πολλές μπύρες, ατελείωτα ποτήρια Guinness πίσω και πάνω στους πάγκους των pub. Ιρλανδία. Ενα εσωτερικό εξωτικό ταξίδι!!!

Μέρα 4. Δουβλίνο 16/04/01 (ώρα Ελλάδος 15:56). Δευτέρα του Πάσχα.

Αεροδρόμιο.
Η διαδικασία της επιστροφής στα πάτρια εδάφη ξεκίνησε. Αποχαιρετώντας το «αγαπημένο βρωμοδουβλίνο» περάσαμε και ήπιαμε την τελευταία μας
Guinness σε μια ιστορική pub πουστέκεται θεματοφύλακας των ιερών και οσίων ποτών από το 1779.
Εντυπώσεις; Συγκεχυμένες. Η καλύτερα αλλοπρόσαλλες, όπως άλλωστε ο καιρός και οι άνθρωποι.
Ηλιος, ζέστη, βροχή, κρύο, χαμόγελα, άστεγοι, μεθυσμένοι, ευγενείς και φιλικοί, απόμακροι και δυστυχείς.

Ωρα Ελλάδος 16: 04.

Ωρα Ιρλανδίας 14:04.

Ωρα να γυρίσουμε στην καθημερινότητα και την ασφάλεια μιας στημένης και οργανωμένης ζωής και να αφήσουμε τα μεγάλα ταξίδια και τις περιπέτειες για τα επόμενα όνειρα μας.

Να θυμηθώ : - Να χαμογελάω πιο συχνά στις λιακάδες μου.

- Να γκρινιάζω για τους πονοκεφάλους μου.

- Να μην ξαναπάω ούτε μέχρι τη γωνία με βαθύτατα δυστυχισμένους ανθρώπους.

- Να ξαναγυρίσω στο βροχερό, αλλοπρόσαλλο, υγρό «βρωμοδουβλίνο» απόλυτα μόνη μου.

Τα ταξίδια της ψυχής, οι αναμνήσεις μιας περιήγησης, οι αποφάσεις της τελευταίας στιγμής και το ξενύχτι μιας άσκοπης αγρύπνιας. Όλα αυτά μου θυμίζουν Δουβλίνο. Όλα αυτά μου θυμίζουν Ελλάδα.

Το τέλος του ταξιδιού.

Μέρα 5. Αθήνα 17/04/01 (ώρα Ελλάδος 11:35).

Ο επίλογος μιας περιήγησης γράφεται πάντα στον τόπο της εκκίνησης. Οπως ο δολοφόνος επιστρέφει πάντα στον τόπο του εγκλήματος, έτσι και ο πλάνητας περιηγητής ξαναγυρνά στην βάση του.
Φιλόξενη και ξένη πόλη η Αθήνα.
Απόμακρο και γεμάτο θαλπωρή το τεμπέλικο πρωινό στο σπίτι.
Πίσω στην πραγματικότητα ή την παραίσθηση;