Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2007

Kαι λίγη ποίηση


Amistad arida


Και νάσουνα της ζέστης αντανάκλαση στην άσφαλτο,
για να σ’ εξαφανίσει της πρώιμης άνοιξης ο βηματισμός.

Και νάσουνα είδηση πρωτοσέλιδη σε ασπρόμαυρο φόντο
για να κιτρινίσεις παρατήμενη με τις άλλες φυλλάδες.

Και νάσουνα άνυδρος ορίζοντας,
για να σε καταπιεί η ξαφνική μπόρα.

Και νάσουνα τσιγάρο άφιλτρο και ακάπνιστο,
για να χαθείς ανάμεσα στις στάχτες άλλων βασάνων.

Και νάσουνα σκέψη φευγαλέα, άγχος περαστικό,
για να σ’ αγκαλιάσει ο ξαφνικός έρωτας.

Και νάσουνα ρούχο χρωματιστό, γυαλάκι ευτελές, λουλούδι στο πάγκο της λαϊκής,
για να σε αγοράσω, να σ’ αποκτήσω, να σε χορτάσω.

Και νάσουνα ένα αχ απλό, ένας λυγμός βροντερός, μια λύπη χειροπιαστή,
για να σε κάνω στίχο, τραγούδι, να σε ξορκίσω, να προχωρήσω.

Και νάσουνα μυρωδιά, γεύση, όραση, αφή και ακοή,
για να σε φυλακίσω σε εξορίες αισθήσεων και να μην σε ξέρω.

Κι όμως είσαι εσύ,
δουλεία ηδονική,
μιας άλλης λογικής διαπραγματευτής,
όλες τις ώρες εκεί,
χωρίς φωνή,
μιας άλλης ζωής πρεσβευτής,
anima incognita,
amistad arida.

Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2007

Παραμύθια για μεγάλα και πιο μεγάλα παιδιά

«Και ο μήνας είχε εννιά»

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παραμύθι. Οπως όλα τα παραμύθια του κόσμου, έτσι κι αυτό είχε αρχή, μέση κι ευτυχισμένο τέλος. Οπως όλα τα παραμύθια του κόσμου έτσι κι αυτό είχε σαφή διαχωρισμό των καλών από τους κακούς, είχε οπωσδήποτε διδακτικό σκοπό και χρησιμοποιούσε τις παρομοιώσεις και τις αλληγορίες για να πετύχει τον υψηλό του στόχο.
Ηταν λοιπόν ένα παραμύθι που ασχολιόταν με τα έργα και τις ημέρες μιας γάτας, μιας γάτας που φορούσε κόκκινα πουκάμισα και που τα μάτια της άλλαζαν χρώμα κάθε πανσέληνο (μόνο που σ’ εκείνο το μέρος η πανσέληνος άλλαζε κάθε μερικά χρόνια). Και που λέτε καθόταν το παραμύθι ωραία και καλά δίπλα στα τζάκια και ξετύλιγε τις ιστορίες της γάτας, κι όλοι θαύμαζαν και απορούσαν και ρωτούσαν για την συναρπαστική συνέχεια και τα μικρά παιδιά έβλεπαν όνειρα με γάτες και χρώματα, και στο τέλος πάντα η γάτα γύριζε πίσω στο μεγάλο σπίτι με τα πορτοκαλί παράθυρα και τις πράσινες πόρτες, κι όλοι ζούσαν για μερικές, για κάποιες απειροελάχιστες στιγμές ευτυχισμένοι και ήρεμοι. Και περνούσαν οι εποχές, οι αιώνες, οι ώρες. Κι έρχονταν κι έφευγαν οι πανσέληνοι, και μεγάλωναν τα παιδάκια κι έδιναν την θέση τους σε άλλα παιδάκια, και άλλαζε η γεωγραφία του κόσμου, και οι χώρες και οι λαοί άλλαζαν ονόματα και σύνορα, και μόνο το παραμύθι μας δεν πολυενδιαφερόταν για το γινόταν έξω. Μιας που νόμιζε ότι όλη η Μεγάλη Ζωή χωρούσε στην ιστορία της γάτας του. Μέχρι που το πουκάμισο πάλιωσε, ξεθώριασε το άλικο του χρώμα και γέμισε τρύπες, και τα μουστάκια της γάτας άσπρισαν, κι άρχισε να έχει συμπτώματα γεροντικής άνοιας, και της ήταν όλο και δυσκολότερο να βρίσκει τον δρόμο του νόστου.


Και το παραμύθι κουράστηκε κάθε φορά να εφευρίσκει και πιο έξυπνες ατάκες για να ξεγελά τα παιδιά της νέας εποχής, και τα σπίτια είχαν πια τα τζάκια τους μόνο διακοσμητικά μαζί με τις ιδεολογίες και τα ιδανικά τους, και οι άνθρωποι γίνονταν ολοένα και πιο δύσπιστοι στα παραμύθια με ευτυχισμένο τέλος, και δεν τους ξεγελούσε κανείς εύκολα.
Κι ήταν κι εκείνο το χαμόγελο που ήταν πια τόσο ακριβό έξω στην πιάτσα, και το παραμύθι είχε βαρεθεί να το εκβιάζει και να το ζητιανεύει, κι ήταν βλέπετε κι αυτή η γάτα που όλο και περισσότερο γερνούσε και κανείς πια δεν πίστευε ότι μια γάτα μπορεί να μιλάει. Πόσο μάλλον μια μαύρη γάτα με ξεβαμένο πουκάμισο!
Κι έτσι την πήρε την ριζοσπαστική απόφαση το παραμύθι. Τέρμα η γάτα και οι περιπέτειες της, τέρμα το μέρος όπου είχαν πανσέληνο κάθε μερικά χρόνια, τέρμα και το μεγάλο σπίτι. Τέρμα πια τα ψέματα και τα happy ends, τέρμα και τα σπουδαία λόγια και τα διδάγματα και οι σοφές κουβέντες. Τέρμα τα πλούσια χαμόγελα και τα δωρεάν πολύχρωμα όνειρα.
Η γάτα είχε φθάσει πια σε ηλικία απόσυρσης, οι άνθρωποι είχαν πια κλειστά τ’ αυτιά τους στα γαργαριστά λόγια του παραμυθιού κι άκουγαν μόνο τα μηνύματα από τα τηλέφωνα και τους ήχους της πόλης, και τα παιδιά αδιαφορούσαν για τις ιστορίες με γάτες και προτιμούσαν τα έξυπνα παιχνίδια τους.
Βρήκε λοιπόν το παραμύθι τον τελευταίο πρόθυμο ακροατή του, εμένα, κι έκατσε για να απλώσει στα πόδια μου, για τελευταία φορά τις ψηφίδες μιας γοητευτικής ιστορίας γεμάτης δράκους και δάση, και κλάματα και γέλια, και θάλασσες και πειρατές, και καλούς και κακούς.



Ηταν μια φορά κι έναν καιρό μια γάτα που φορούσε κατακόκκινο πουκάμισο και ζούσε σε μια χώρα όπου είχε πανσέληνο κάθε μερικά χρόνια. Και κάθε φορά που είχε πανσέληνο τα μάτια της γάτας άλλαζαν χρώμα, κι έβλεπε τον κόσμο γύρω της αλλιώς, με διαφορετικά χρώματα. Ηταν λοιπόν εκείνη την εποχή η σειρά να γίνουν τα μάτια της γαλάζια. Ετσι τάβλεπε όλα γαλανά. Ακόμα και τις μαύρες πατούσες της που ξεπρόβαλλαν προκλητικά κάτω από το κόκκινο πουκάμισο, γαλανές τις θεωρούσε. Κι έμενε αυτή η γάτα σ’ ένα ψηλό σπίτι με σκιερά μπαλκόνια, δροσερές αυλές, φωτεινούς ανθρώπους και διασκεδαστική ζωή. Ομως μια μέρα της γαλάζιας αυτής περιόδου, η γάτα μας ερωτεύτηκε ένα γαλάζιο κοράκι. Μάλιστα ένα κοράκι, πανέμορφο, με γυαλιστερά φτερά, γυαλιστερά μάτια, μακρυά νύχια και διαπεραστική φωνή. Μόνο που το κοράκι ήταν κατάμαυρο. Και μέσα κι έξω. Και στην καρδιά και στην θωριά. Αλλά η γάτα βλέπετε το είδε γαλανό και το αγάπησε με την πρώτη ματιά [...].
Κι ένα ωραίο πρωί το κοράκι άνοιξε τα φτερά του και πέταξε γι’ άλλα μέρη, κι έτρεξε ξοπίσω του κι η γάτα [...].

Και κύλαγε η διήγηση, και μούλεγε το παραμύθι για τις περιπέτειες μιας ερωτευμένης γάτας που κυνηγούσε ένα άπιαστο κι ανελέητο κοράκι, και κύλαγαν οι λέξεις σαν το νεράκι, κι έκλαιγα εγώ κάθε φορά που στο παρά πέντε δεν άνθιζε αυτή η αγάπη. Και προχωρούσαν οι προτάσεις και σφιγγόταν η καρδιά μου κάθε φορά που η γάτα έχανε το δρόμο του γυρισμού, κι απελπιζόμουν με τους κακούς νάνους και τις μοχθηρές νυφίτσες κι ανακουφιζόμουν με τα συμπαθητικά σαλιγκάρια και τις καλές νεράιδες. Και κύλαγαν οι λέξεις, προχωρούσαν οι προτάσεις, πέρναγαν οι μέρες κι έπρεπε να τελειώσει κάποτε κι αυτό το παραμύθι.


[...] Και γέρασε η γάτα, είχε χάσει πια και τα ίχνη από το γαλανό κοράκι, είχε αλλάξει κι η πανσέληνος κι έβλεπε τώρα πια τα πάντα μαύρα, ακόμα και τις πατούσες της που είχαν ασπρίσει από την σκόνη των δρόμων και την ηλικία, κατάμαυρες τις έβλεπε. Είχε χάσει τόσες φορές το δρόμο για το μεγάλο σπίτι που πίστευε ότι εκείνες οι ξένοιαστες περίοδοι ήταν ένα απλό όνειρο. Πήγε λοιπόν και βρήκε ένα παλιό παγκάκι σε μια καινούργια πόλη, σ΄ένα καινούργιο πλαστικό πάρκο, γεμάτο βιαστικούς ανθρώπους και περιποιημένα σκυλιά με κολάρα, έβγαλε το πάλαι ποτέ κόκκινο πουκάμισο, το έκανε μαξιλάρι της και κοιμήθηκε. Κοιμήθηκε για να ξυπνήσει σε καλύτερες εποχές. Ετσι είπε το παραμύθι, κι εκεί ακριβώς του τελείωσαν οι λέξεις. Κι ένιωσε ξαλαφρωμένο το παραμύθι που επιτέλους απαλλάχτηκε από το βάρος του ευτυχισμένου τέλους και της ατέρμονης εξιστόρησης κι άρχισε σιγά σιγά να εξαϋλώνεται και να απορροφάται από το φως.


Κι έμεινα εγώ μην ξέροντας τι να τα κάνω τα λόγια του παραμυθιού, μη ξέροντας σε ποια γωνίτσα του μυαλού μου να τις κρεμάσω τις αναμνήσεις, μη ξέροντας αν θάπρεπε να κλαίω ή να χαμογελάω. Κι έμεινα μόνη μου ύστερα από ώρες, από μέρες, από εποχές, χωρίς να ξέρω αν θάπρεπε να είμαι ευτυχισμένη ή δυστυχισμένη που ένα παραμύθι χάθηκε μέσα στη Μεγάλη Ζωή, έμεινα μόνη μου μην ξέροντας αν θάπρεπε να περιμένω ένα ακόμα παραμύθι ή θάπρεπε να συνεχίσω χωρίς αυτά.
Κι ήταν εκείνη τη στιγμή που η γάτα μου – η δική μου η μαύρη γάτα, η Λολίτα- έκανε την εμφάνιση της στο δωμάτιο, αυτοκρατορική, αγέρωχη, αδιάφορη πήγε και θρονιάστηκε στην αγαπημένη της καρέκλα έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να ονειρεύεται γαλανά κοράκια. Και ο μήνας είχε εννιά.

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2007

Ενα γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ.

Αυτό είναι ένα γράμμα που δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη του.

Τώρα που τα πάντα είναι πλέον δημόσια, τώρα που ήρθε η ώρα να πέσουν οι μάσκες και για να συνεχίσω το παιχνίδι που άρχισε, σας παραθέτω κάτι που σίγουρα δεν ξέρετε για μένα.

Αλλωστε ούτε και ο άμεσα ενδιαφερόμενος δεν το έμαθε ποτέ.

Καιρός λοιπον για αποκαλύψεις!





Αθήνα, 9 Φεβρουαρίου 2001



«Σου γράφω πάλι από ανάγκη..»
Ετσι δεν λέει ένα τραγούδι του Σιδηρόπουλου;
Φτάσαμε από το ένα άκρο στο άλλο. Από το πολύ νωρίς στο πολύ αργά.
Πολλές οι μέρες, ακόμα περισσότερες οι νύχτες.
Πολύ χαρτί, πολύ μελάνι στον εκτυπωτή, πολλές οι ώρες των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων.
Πολλές οι διαφωνίες, πολλές οι διαφορές.
Παράπονα. Πικρίες. Αντιπαραθέσεις.
Χαμόγελα. Τρυφερότητα. Κατανόηση. Μικρές στιγμές ευτυχίας.
Διαδρομές μπρος και πίσω.
Και σ’ αυτό το διάστημα των παρα κάτι δύο χρόνων:
Ενας σεισμός. Ενα διαζύγιο. Ενας θάνατος. Ενας έρωτας που δεν άνθισε. Μια χαμένη φιλία. Μια αταξινόμητη αλληλογραφία.
Ολα όσα χωράνε σε μια και μόνο γραμμή. Λες και μπορείς να συμπυκνώσεις τη ζωή σου σε μια γραμμική παράταξη συμβόλων !
«Σου γράφω πάλι από ανάγκη...».
Ποια ανάγκη δεν ξέρω.
Τα γράμματα είναι μηνύματα που ζητούν ανταπόκριση, είναι ανοιχτοί λογαριασμοί που απαιτούν διακανονισμό, είναι γέφυρες επικοινωνίας.
Κι εγώ που πίστευα ότι αυτές οι δίοδοι είχαν κλείσει.
Γιατί θάπρεπε να μένουν ανοιχτές;
Εχει άραγε νοήμα η οριστικότητα των αποφάσεων;
Εχουν άραγε αντίκρυσμα οι ατέρμονες συζητήσεις;
Μήπως η επιλογή της λύπης είναι μια ανακούφιση;
Οι ήσυχες μέρες του Φεβρουαρίου !
Οι πανσέληνες νύχτες ενός χειμώνα που θέλει να μεταμφιεστεί σε άνοιξη !
Το αναποφάσιστο 2001 που δεν ξέρει αν πρέπει να γελάσει ή να κλάψει !

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2007

Aλήθειες και Ψέματα


Στην αρχή δεν το πολυκαταλάβα.
Μετά από μια γύρα στο blogoχωριό, το πιάσα το υπονοούμενο.
Κι ενώ βρισκόμαστε στο κορύφωμα της αποκριάς εμείς τώρα πρέπει να βγάλουμε τις μάσκες που με τόση τέχνη οικοδομήσαμε και να αποκαλυφθούμε στο φιλοθεάμον κοινό.
Πολύ καλά λοιπόν αφού με προκαλείτε!
Πέντε πράγματα για μένα:

1ο : Βαριέμαι φριχτά. Τα πάντα. Τα πράγματα, τους ανθρώπους, τις δουλειές.
Τους έρωτες. Τα διαβάσματα. Τις γεύσεις. Στην αρχή ενθουσιάζομαι, παθιάζομαι, πέφτω με τα μούτρα. Κι ύστερα το μπαλόνι ξεφουσκώνει και δεν ξέρω πως να φύγω. Με τα χρόνια έμαθα να το ελέγχω. Αλλά ωρες και φορές μου ξεφεύγει.

2ο : Είμαι απείθαρχη. Στις δίαιτες, στις διαταγές, στις γυμναστικές, στα πρέπει.
Πεσμου πρέπει να κάνεις αυτό και με έχεις τσακίσει. Τώρα πως καταφέρνω κι επιβιώνω, ιδίως επαγγελματικά, ούτε κι εγώ το πολυκαταλαβαίνω. Βέβαια έχω αλλάξει κι ένα σωρό δουλειές.

3ο : Είμαι μονίμως αλλού. Μου μιλάς για κάτι κι εγώ ταξιδεύω. Οδηγώ και δεν επικοινωνώ και πολύ συχνά με το περιβάλλον. Κάνω έρωτα και δεν είμαι εκεί.

4ο : Λέω ψέμματα. Μικρά και μεγάλα. Ανώδυνα και οδυνηρά. Φτιάχνω ιστορίες, μπαίνω μέσα τους, τις ζω, τις προβάλλω γύρω μου, παρασύρω τον κόσμο σ’ αυτές. Κι ύστερα, τα γνωστά αποκαλυπτήρια της αλήθειας. Που παρεμπιπτόντως, μερικές φορές είναι και άκρως διασκεδαστικά.

5ο και τελευταίο: Είμαι περίεργη. Για όλα αυτά που συμβαίνουν στους ανθρώπους γύρω μου. Κρυφακούω συζητήσεις στα εστιατόρια και τα καφέ. Παρατηρώ μέχρι παρεξηγήσεως τους διπλανούς μου. Κατασκοπεύω τους πάντες. Θέλω να μαθαίνω ότι τους συμβαίνει. Χώνω την μύτη μου σε οικογενειακά μυστικά.

Το όνειρο μου : Να μπορώ να ζώ χωρίς να δουλεύω για να μπορέσω να προλάβω να κάνω τα πράγματα που θέλω.

Προτείνω :
Identity Café

Hracker

YΣ : Να σας πω τώρα που τα ξαναδιαβάζω δεν μου μοιάζω και πολύ καλός άνθρωπος.

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2007

Αναθεωρήσεις;


Η νοσταλγία της επανάληψης σ’ έναν γραμμικό ανθρώπινο χρόνο.
Η γνώση ότι και αυτό θα περάσει και θα δώσει την θέση του σε κάτι άλλο.
Η αίσθηση ότι βρίσκεσαι σ’ ένα μεταβατικό στάδιο.
Η παραίσθηση ότι όλα μπορεί να επιστρέψουν εκεί απ’ όπου άρχισαν.
Η επιθυμία της φυγής.
Να φύγεις, να εξαφανιστείς, να βρεθείς μακριά απ’ όλα εκείνα που σε πληγώνουν, να αρπάξεις το μαγικό χαλί και να προσγειωθείς στον τόπο της λησμονιάς και της λήθης.
Οι καθημερινές σου συνήθειες που γίνονται πια μηχανικά.
Είναι στιγμές που έχω την εντύπωση ότι έχω βγει από το σώμα μου και παρακολουθώ τα δρώμενα από μακριά.
Μια διαρκής κάθοδος στο εγώ.
Μια πορεία προς τα έσω. Μια πορεία που δεν μοιάζει να ανακόπτεται.
Η επιθυμία της φυγής που σιγά σιγά γίνεται βιολογική ανάγκη.
Προς τα πού να φύγεις αν είναι πάντα να κουβαλάς τον εαυτό σου μαζί;
Κι ο ήλιος, ένας ήλιος απίστευτος. «Ενας ψεύτης ήλιος».
Κι η άνοιξη που μας δείχνει τα δόντια της από τώρα.
Μια έξαψη που απειλεί να μας ιδοπεδώσει.
Ολα μοιάζουν να μπαίνουν σε τροχιές καταστροφικές.
Τίποτα δεν θα μείνει το ίδιο. Τίποτα δεν θα είναι όπως ήταν.
Και οι αποφάσεις που έχουν ήδη παρθεί ; Και οι πορείες που έχουμε χαράξει; Οι στόχοι που έχουμε θέσει;
Πού θα βρεθούν όλα αυτά;
Θα έρθει το συναίσθημα να μας αποσυντονίσει;
Η ανάγκη για ένα κορμί να μας κατακυριεύσει ;
Θα χάσουμε ξανά ταυτότητα και ιδιότητες ;
Θα περάσουμε για μια ακόμη φορά τις πύλες του καθαρτηρίου;
Θα υποκύψουμε στις επιταγές των άμεσων επιθυμιών μας αδιαφορώντας για τις συνέπειες ;
Και το τίμημα ; Πώς θα πληρωθεί;
Τελικά η φυγή μοιάζει η μόνη λύση
.

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2007

Mικρός Αποχαιρετισμός

H ευθεία σύγκρουση.
Η επιβεβαίωση της ανθρώπινης νομοτέλειας.
Μπροστά στο τραγικό στέκομαι άφωνη.
Δεν κλαίω.
Δεν έχω δάκρυα.
Δεν έχω τίποτε, εκτός από τον φόβο.
Τίποτα , εκτός από την οριστικότητα του τέλους.
Στην Κατερίνα μας. Στην Καίτη μας.
Την φίλη.
Που έφυγε σήμερα τα ξημερώματα στα 41 της.
Και μας άφησε όλους μας να κοιτάμε.
Δεν έχω παρηγοριά.
Ούτε θυμό.
Ούτε ερωτηματικά.
Μόνο τον Φόβο.

Καλό κατευόδειο.

Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2007

H ζωή μας σινεμά

4η Λήψη

Εκείνος : -
Νομίζεις ότι γυρίζοντας πίσω θα ξαναπιάσεις τον μίτο από κει που τον άφησες κοριτσάκι ;
Είσαι γελασμένη. Ολα εδώ ήρθαν τούμπα. Τα κουβάρια μας μπερδεύτηκαν από την στιγμή που ανακάλυψα τα αποτυπώματα της εφηβικής σου σάρκας στο μυαλό μου.
Γι αυτό μη μου ζητάς τώρα να σ’ αφήσω να διαλύσεις τα σεντόνια αυτού του μύθου αβασάνιστα.

Τα σεντόνια άσπριζαν , απλωμένα σε παράταξη στην αυλή . Κρεμόταν το ένα δίπλα στο άλλο σε απόλυτη τάξη. Ο αέρας τρύπωνε ανάμεσα τους κι έκανε την επιφάνεια τους να αναριγά. Οι άκρες τους σηκωνόντουσαν, ζάρωναν τα σεντόνια και μαζεύονταν σε κουβάρια πάνω στα σχοινιά της αυλής.
Δυνάμωνε η μανία του αέρα, όλο και περισσότερο, λες και μπορούσε να παρασύρει , να εξαφανίσει τα σημάδια της νύχτας. Λες και ο ήλιος μπορούσε να λευκάνει τ’ απομεινάρια των κορμιών που είχαν στραγγίξει τους χυμούς τους πάνω τους. Μπερδεύονταν τα σεντόνια , και στις πτυχές τους κρύβονταν ανάσες γρήγορες , σταλαγματιές ιδρώτα, λέξεις που πνίγηκαν στα μαξιλάρια, πόθοι, ηδονές, ψέματα, όνειρα και αλήθειες.

Εκείνη : - Πάντα έχει άπνοια τέτοια εποχή.

Εκείνος : -
Mην προσπαθείς να κρατηθείς από την πρώτη σου εντύπωση. Από την εικόνα του ευγενικού αγνώστου που εισέβαλε στην ζωή σας. Μην προσπαθείς να ξεχάσεις τα κατοπινά. Ο ωραίος λύκος πάντα παραμονεύει να σε στριμώξει στην γωνία. Ακόμα κι όταν σέρνει τα πόδια του. Κι ας πίστευες ότι σ’ εκείνη την γιορτή τα μάτια μου ήταν προσηλωμένα αλλού.....
Εσένα μωρό μου , κατασκόπευα όλη την ώρα.
Εσένα που γύριζες σαν την σβούρα και στριμωχνόσουνα ανάμεσα στα τραπέζια . Εσύ μόνον υπήρχες στην σάλα. Και όσο κατέβαινε ο ιδρώτας στην πλάτη σου , τόσο βουτούσε ο καταραμένος πόθος χαμηλά στην κοιλιά μου.

H σάλα ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Πρόσωπα οικεία και ξένα. Χαμόγελα πλατιά. Καπνός που ανέβαινε στο ταβάνι. Κρασί που κυλούσε από τα ποτήρια στις φλέβες.
Κι ο ήχος μιας μουσικής ξεσηκωτικής που συνέπαιρνε τις αισθήσεις κι απογείωνε τα βλέμματα. Και μια γυναικεία φιγούρα μέσα στην μέση, που χόρευε σ’ έναν ρυθμό γρήγορο , εξοντωτικό, απόκοσμο. Μια γυναικεία μέση που λικνιζόταν , δυό λαγόνες που σείονταν ηδονικά, δυο μάτια που ταξίδευαν , δυο χείλη που μισάνοιγαν ερεθιστικά. Κι όλα αυτά μόνον για κείνον, τον ξένο, τον άνδρα που ήρθε από τον σκονισμένο δρόμο. Κι όλα αυτά μόνο για τον κάνει την κοιτάζει. Για να τον προσκαλέσει σε μια άβυσσο.
Η γυναίκα έκλεινε τα μάτια της , πέρναγε την γλώσσα πάνω από τα χείλη της και χόρευε αποκλειστικά και μόνο για τα δικά του μάτια. Γινόταν η δική του φαντασίωση του. Και ο ρυθμός τρελός, αγχωτικός, οδηγούσε το κορμί της σ’ έναν οργασμό που δεν ερχόταν. Σ’ έναν οργασμό που τον κρατούσε για κάποιες άλλες στιγμές.
Κι υπήρχε στην σάλα κι ένα κορμάκι εφηβικό, που πηγαινοερχόταν ανάμεσα από τα τραπέζια και γύρευε αφορμή για να βρεθεί κοντά στον ξένο που ήρθε από το πουθενά, έψαχνε να σκοντάφτει στα πόδια του, να περνάει από μπροστά του, να του τραβάει την προσοχή, να στριμώχνεται δίπλα του. Ηταν μια απεγνωσμένη προσπάθεια , ένας ιδρωμένος αγώνας δρόμου.
Κι εκείνος αδιάφορος , προσηλωμένος στην γυναίκα που χόρευε .




Εκείνος: - Και κάθε φορά που άκουγα την κούνια να τρίζει έξω από το παράθυρο των ερώτων, περίμενα εσένα, να σε δω να με καρφώνεις λαίμαργα, κι ύστερα να χάνεσαι. Κι εγώ μάτωνα τα χείλη μου σε ξένη σάρκα. Και κάθε φορά περίμενα για ν’ ακούσω το τρίξιμο να μου τριβελίζει το μυαλό . Περίμενα να δω την ματιά σου να με κοιτάζει , γεμάτη αφόρητη ζήλια.

Από το παράθυρο που έβλεπε στην πίσω αυλή, από τα μισάνοιχτα φύλλα του, έμπαινε ο τριγμός της ξύλινης κούνιας, έτσι όπως την παράσερνε ο αέρας, κι εκείνη αιωρούνταν , άδεια χωρίς καβαλάρη.
Ασκοπα, χωρίς προορισμό. Ο ήλιος του απομεσήμερου που τρύπωνε από τις γρίλιες , μεγάλωνε τις σκιές στο δωμάτιο της γυναίκας. Την ώρα που εκείνος έψαχνε τα μονοπάτια του κορμιού της , είχε στ’ αυτιά του το τρίξιμο της κούνιας.
Ενα τρίξιμο που ανακατευόταν με τους ψίθυρους της. Κι ενώ οι ανάσες τους ανέβαιναν την ανηφόρα της ηδονής , εκείνος ξεχώριζε τον ήχο από τα σχοινιά που τρίβονταν πάνω στο κλαδί. Κι έψαχνε ν’ ακούσει την λαχανιασμένη πνοή από το εφηβικό στήθος να παραμονεύει πίσω από τα μισόκλειστα πορτοπαράθυρα.
Κι όσο το λαχάνιασμα τον πλησίαζε, τόσο εκείνος χανόταν σε δρόμους πρωτόγνωρους. Σε μονοπάτια πρωτοπερπάτητα . Κι έφευγαν οι ώρες και ξέσπαγε την λαχτάρα του στα χείλη της γυναίκας, προσπαθώντας να γευτεί το άρωμα μιας έφηβης.
Κι ερχόταν πάλι το τρίξιμο να δώσει κορμί στους πόθους του και τύψεις στο μυαλό του.

Εκείνη : - Υπάρχει ακόμα αυτό το σαράβαλο ;

Εκείνος : -
Σ’ έψαχνα πίσω από τις χαραμάδες της πόρτας να παραμονεύεις την ώρα των πόθων . Αναζητούσα να νιώσω το βλέμμα σου αχόρταγο να ταξιδεύει πάνω μου. Τα μάτια σου διψασμένα. Το χαμόγελο σου πυρετικό, σαρκαστικό.
Σε λαχταρούσα, και καταριόμουνα το πάθος μου. Κι έπεφτα με μανία πάνω σε ξένο κορμί, μωρό μου, γυρεύοντας στην σιωπή να εκβιάσω μια δική σου κραυγή ηδονής.


Ενιωσε πάνω του το βλέμμα της, ένιωσε την παρουσία της μέσα στο δωμάτιο. Υποψιάστηκε τις ανάσες της, κολλημένες, πίσω από την μισάνοιχτη πόρτα του δωματίου και η λαχτάρα του θέριεψε. Το αίμα χτύπησε στα μηνίγγια του και τα δάχτυλα του έσφιξαν την μαλακιά σάρκα της γυναίκας που ίδρωνε πάνω του. Τα μαλλιά της γυναίκας έπεφταν στο πρόσωπο τουκαι του έκλειναν το οπτικό πεδίο. Ομως μάντευε την παρουσία της μικρής. Μια παρουσία που εκείνη την έσερνε χιλιοστό-χιλιοστό , όλο και πιο μέσα, όλο και πιο κοντά του.
Κι ήθελε να ανασηκωθεί, ν’ αντικρίσει τα μάτια της που τον εξέταζαν επίμονα. Αλλά μάταια. Βυθιζόταν όλο και πιο πολύ σε μια κινούμενη άμμο από απελπισία και ηδονή. Και γαντζωνόταν σε ξένες σάρκες , κι αγωνιζόταν να τραβηχτεί στην επιφάνεια, και μάτωναν τα χείλια του, κι έπνιγε τις κραυγές του. Κι ήταν η επιβεβλημένη σιωπή πιο βαριά κάθε φορά που προσπαθούσε να αφουγκραστεί τα βήματα εκείνης να πλησιάζουν την πόρτα των ερώτων.

Εκείνος : - Επεφτα και ξανασηκωνόμουν . Γύριζα σαν τρελός μέσα στο σπίτι. Ψηλαφούσα με τις παλάμες μου ανοιχτές ότι είχε σηκώσει το βάρος σου. Οτι κρατούσε την μυρωδιά σου. Και τα σωθικά μου ξεσκίζονταν από τους κρυμμένους πυρετούς.



Τριγύριζε στα άδεια δωμάτια , αναζητώντας τα σημάδια της παρουσίας της. Εμπαινε στο νεανικό της δωμάτιο. Ψηλαφούσε το άδειο της κρεβάτι. Κοίταζε τις φωτογραφίες στο οικογενειακό άλμπουμ.
Κοιτάζονταν στους καθρέφτες κι ανακάλυπτε τον χρόνο να περπατάει πάνω του. Εβλεπε τις ρυτίδες να μαζεύονται στις ΄άκρες του στόματος του . Τα κιλά να συσσωρεύονται γύρω από την μέση του. Τα μαλλιά του ν’ ασπρίζουν στους κροτάφους.
Κι εκείνη έμενε πάντα κοριτσάκι στα δώδεκα, μέσα στις μνήμες του.
Εκείνος γινόταν από ξένος , άνθρωπος πια του σπιτιού.
Εκείνη δεν έμενε πια μαζί τους. Οι απουσίες της μακρινές , επίπονες. Τα νέα της λακωνικά.
Και η γυναίκα , μεγάλωνε κι εκείνη δίπλα του , και τον τύλιγε σε μια αγάπη γλυκερή και ήρεμη.

Εκείνη : -
Πάχυνες, ή μου φαίνεται;

Εκείνος : -
Κι ύστερα σε ξέχναγα και πάλι ξαναθυμόμουνα βασανιστικά την μοναδική φορά που δείλιασα να σε τρυγήσω. Την φορά που ίσα-ίσα δοκίμασα την γεύση σου και δάγκωσα την γλώσσα μου μετά.
Και γινόμουν έξαλλος μαζί σου, κοριτσάκι, που τόλμησες ν’ αμφισβητήσεις την απόλυτη κυριαρχία μου. Και βυθιζόμουνα σε μια άβυσσο λύσσας που δεν σε πρόλαβα να σε ζυγίσω στα χέρια μου. Κι ας πλήρωνα το τίμημα.
Νομίζεις πώς θ’ αλλάξεις το σώμα του εγκλήματος στις ονειρώξεις μου , μωρό μου; Είσαι γελασμένη.


Στριφογύριζε ανήσυχος στο κρεβάτι του. Ο ύπνος του βαρύς και ταραγμένος . Και μέσα από την κοιλάδα των ονείρων του ένιωσε μια παρουσία. Μύρισε εκείνο το άρωμα που αναζητούσε απεγνωσμένα στον ξύπνιο. Το ανεκπλήρωτο ήταν εκεί . δίπλα του , στην άκρη του κρεβατιού του και περίμενε.
Αναδεύτηκε μέσα στα σεντόνια. Απλωσε τα χέρια του ν’ αγγίξει την φαντασίωση του . Βύθισε το πρόσωπο του στον κόρφο της , για να ρουφήξει τους χυμούς που του προσφέρονταν. Μπέρδεψε τα μέλη του με τα δικά της. Κι ετοιμάστηκε να πέσει μαζί της στο πηγάδι της ηδονής. Να ξεδιψάσει επιτέλους την κολασμένη δίψα του. Να γκρεμιστεί στα βάραθρα της ανυπαρξίας.
Κι άνοιξε τα μάτια του να διώξει τον εφιάλτη που τον επισκέπτοταν ξανά, κι αντίκρισε τα μάτια εκείνης απέναντι από το πρόσωπο του , να τον κοιτάζουν επίμονα. Και τότε ο τρόμος του ΄κόψε την αναπνοή.
Ο ήχος από το χαστούκι ακούστηκε παράταιρος μέσα στο δωμάτιο κι ύστερα το μόνο που του απέμεινε ήταν ένας θυμός χωρίς τελειωμό και τα δάκρυα που αυλάκωναν το εφηβικό της πρόσωπο.

Εκείνη : -
Παντρευτήκατε;

Εκείνος : -
Τα προσχήματα δεν θα μας σώσουν , κοριτσάκι. Ο εφιάλτης κρατάει πάντα τις ίδιες ηδονές.
Μπορείς να φύγεις ή να μείνεις. Εγώ θα είμαι πάντα εδώ. Στην απέναντι όχθη. Μαζί με τους κολασμένους. Να τρώω τις σάρκες μου. Να γλύφω τις πληγές μου.
Δεν μ’ ενδιαφέρει πια το τέλος της ιστορίας. Τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει τους μύθους μου.


«ΣΤΟΠ».
Το κινηματογραφικό συνεργείο ήταν έτοιμο να ξαναξεκινήσει το γύρισμα.
Οι κάμερες είχαν πάρει την θέση τους.
Τα φώτα ήταν αναμμένα.
Το μπουμ κρεμασμένο πάνω από τους ηθοποιούς.
Η κλακέτα έγραφε : Σκηνή 34, λήψη 4.
Ο άντρας πατημένα τα σαράντα , με μια γοητεία που πλανιόταν στον αέρα.
Κι η κοπέλα απέναντι του, νέα, δροσερή , με μια παιδικότητα στο βλέμμα.
Ο σκηνοθέτης εξέτασε το κάδρο του για τελευταία φορά μέσα από το βιζέρ..............

- « Μοτέρ, πάμε».


Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2007

ΙΕΡΟΣΥΛΗ ΣΚΕΨΗ ;


Δεν ξέρω πώς να την ξεκινήσω αυτή την ανιστόρηση.
Την βλέπω, την παρατηρώ, είναι 73 χρονών, μια γυναίκα που πια σ’ αυτήν την ηλικία δεν έχει τίποτα να περιμένει.
Πέρασε μια τυπική μικροαστική ζωή. Με δυο παιδιά, με ένα σπίτι, ήσυχα πράγματα, νοικοκυρεμένα. Καλός ο σύζυγος, κι εκείνη ευχαριστήμενη, με την δουλειά της, την σχετική της ελευθερία, την πενιχρή οικονομική της άνεση.
Μετά ήρθε η ζωή. Οπως πάντα. Αρρώστιες, θάνατοι, καρκίνος.
Και τώρα, μόνη της, ισορροπεί μεταξύ βαριάς κατάθλιψης και άνοιας.
Λέει τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες.
Θυμάται τις ίδιες χιλιοειπωμένες σκηνές του παρελθόντος.
Ξέρει πολύ καλά να κάνει τους μητρικούς της εκβιασμούς.
Την ψυχολογική βία που πάντα ασκούσε στο αγαπημένο της παιδί.
Την βλέπω, την παρατηρώ.
Είναι ευσυγκίνητη. Αλλά και πεισματάρα.
Δεν ξέρω αν την αγαπώ από συνήθεια, από κεκτημένη ταχύτητα, ή επειδή έτσι μ’ εμαθε εκείνη.
Δεν ξέρω αν όλη μου η φροντίδα στο πρόσωπο της δεν είναι παρά μια προσπάθεια εξιλέωσης των τύψεων που μου δημιουργεί κάθε καθυστερημένη επίσκεψη μου στο σπίτι της.
Είναι οίκτος, είναι φόβος, είναι ενοχές;
Την βλέπω, την παρατηρώ.Είναι η μάνα μου.

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2007

Παραμύθια για μεγάλα παιδιά Νο2

¨Κλέφτης λέξεων¨


Κατηφόριζε την Ιουλιανού.
Χειμώνας .
Μια μέρα της Άνοιξης εξόριστη στην μέση του κρύου.
Περπατούσε κι έγερνε από το βάρος.
Στον έναν ώμο ένα ακορντεόν. Στον άλλο ώμο κρεμασμένη από μαύρο λουρί μια κιθάρα.
Περπατούσε κι έσερνε τα πόδια του.
Στην άκρη στο στόμα του ένα σβηστό τσιγάρο.
Στην άκρη από τα μάτια του η αυπνία , και ο πυρετός .
Στο ρείθρο του πεζοδρομίου, οι λάσπες από την χθεσινή νεροποντή.
Περπατούσε κι ακουμπούσε στους τοίχους για να μην πέσει.
Στο παράθυρο του ισογείου, έγραφε ¨Ενοικιάζεται¨.
Ένα κομμάτι χαρτί , ξεθωριασμένο.
Το ρολό μισοκατεβασμένο .
Κοίταξε μέσα από το τζάμι.
Η σιωπή της σκόνης και της εγκατάλειψης.
Διάβασε στο ενοικιαστήριο ¨Πληροφορίες στον κο Νίκο . Δίπλα στο θυρωρείο¨ .
Χτύπησε το κουδούνι . Ήχος ξερός . Η σιωπή της απουσίας.



Κατέβαινε την Ιουλιανού.
Μέρα, από τις ίδιες τις αδιάφορες. Υγρή. Κλαμένη. Ανάποδη.
Περπατούσε και το κορμί του αντιστεκόταν σε κάθε βήμα.
Το σακάκι κρεμόταν από πάνω του. Τσαλακωμένο. Ασυμμάζευτο.
Το ακορντεόν σερνόταν στο δρόμο.
Η κιθάρα ισορροπούσε , ίσα για να μην κατρακυλήσει .
Περπατούσε κι έγερνε μια δεξιά, μια αριστερά.
Στο 27, το ενοικιαστήριο στο ισόγειο παράθυρο, ξεθώριαζε.
Έκατσε στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας .
Στα μάγουλα του μεγάλωναν αξύριστα γένια.
Στα μάτια μεγάλωνε η αυπνία.
Στην ψυχή του η σιωπή της ερημιάς.
Χτύπησε το κουδούνι στο όνομα κος Νίκος.
Μία φορά.
Δεύτερη.
Τρίτη.

Κατέβαινε την Ιουλιανού.
Άλλη μέρα.
Έμοιαζε της Άνοιξης. Ανοιχτόμυαλη. Ερωτευμένη.
Περπατούσε με τα μάτια κλειστά.
Τα παπούτσια του, μαύρα στραβοπατημένα.
Με μασημένα κορδόνια. Με ξεραμένες λάσπες άλλων δρόμων.
Περπατούσε κι έκλεβε τα λόγια από τα στόματα των περαστικών. Έφτιαχνε στίχους στο τραγούδι του.
Περπατούσε κι ο ίσκιος του άπλωνε.
Μαύρα μαλλιά. Μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια .
Μαύρα κέφια.
Το ακορντεόν με χαλασμένο λουρί, λίγα χιλιοστά από το πεζοδρόμιο.

Ιουλιανού 27.
Το ενοικιαστήριο καινούργιο, με κόκκινα γράμματα.
Στραβοκολλημένο , στην θέση του παλιού.
Έγραφε ¨Πληροφορίες : κος Νίκος , Θυρωρός¨
Χτύπησε την πόρτα του θυρωρείου.
Ήχος ξερός, ξύλινος απόηχος.


Κατέβαινε την Ιουλιανού .
Η μέρα ήταν του Αυγούστου.
Περπατούσε και ίδρωνε.
Τσάκιζε σε κάθε βήμα το γόνατο του .
Να πέσει, να απλωθεί . Και πάλι το μετάνιωνε.
Στο μικρό του δάχτυλο , δαχτυλίδι .
Τα χέρια του ελεύθερα. Χωρίς κιθάρα και ακορντεόν .
Τα μάτια του άδεια. Χωρίς βλέμμα.
Περπατούσε και ανάσανε βαριά.
Από το λαρύγγι , δεν έβγαινε φωνή.
Περπατούσε κι έκλεβε τις ώρες εκείνων που δεν είχαν τι να τις κάνουν.

Περπατούσε μέχρι το 27 της Ιουλιανού .
Στο τζάμι του ισογείου υπήρχε ένα ¨ΠΩΛΕΙΤΑΙ¨.
Χτύπησε στον κο Νίκο.
Η πόρτα άνοιξε .
Η ζέστη έφτανε πια τους 40 ° C .
Το μαύρο του πουκάμισο , έκανε λεκέδες ιδρώτα στις μασχάλες.
Στο στόμα του κρεμόταν ένα μισό τσιγάρο. Σβηστό.
Στα χέρια του έπαιζε μια πένα από κιθάρα .
Ο κος Νίκος είπε : ¨Ενδιαφέρεσθε; ¨
Και παραμέρισε για να φανεί το εσωτερικό.
Στην απέναντι γωνία , ένα πιάνο.
Κουτσό . Ξεδοντιασμένο.
Ο κος Νίκος του ψιθύρισε στο αυτί: ¨Αν θέλετε το νοικιάζουμε κιόλας. Όσο για το σαράβαλο, χάρισμα σας. Είναι που δεν μπορούμε να το βγάλουμε στο πεζοδρόμιο . Αλλιώς θάχε πάρει δρόμο καιρό τώρα.¨

Κατέβαινε την Ιουλιανού.
Ήταν η επόμενη μέρα του Αυγούστου.
Ίδια κι απαράλλαχτη με την προηγούμενη .
Περπατούσε κι έσερνε μια ξεπατωμένη βαλίτσα.
Φορούσε το ίδιο μαύρο πουκάμισο με τους λεκέδες στις μασχάλες.
Τα ίδια μάτια με τους μαύρους κύκλους .
Περπατούσε κι έκλεβε τις αναπνοές από μια πόλη που τώρα ξυπνούσε.
Στο 27 άνοιξε με το κλειδί του .
Ξεκόλλησε το χαρτί από το τζάμι .
Κατέβασε τα ρολά.
Τράβηξε την βαλίτσα μπροστά στο πιάνο, κι άρχισε να παίζει.
Μια μελωδία ξεκούρδιστη, φάλτσα. Σαν την ζωή του.
Κι ένα τραγούδι , με στίχους κλεμμένους από τις λέξεις που του περίσσεψαν όλον αυτόν τον καιρό.