Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2007

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ .... ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ




«Το Παραμύθι της Φιλίας"


Μια φορά κι έναν καιρό, σε χρόνια χαλεπά και ερμαφρόδιτα, γεννήθηκε ένα καστανό κοριτσάκι που το λέγανε Φιλία. Κι ήταν φρέσκια και αδοκίμαστη. Ο μπαμπάς και η μαμά του πολύ χάρηκαν που απέκτησαν μια κοπελίτσα με φωτεινά μάτια και λακάκια στα μάγουλα. Το έβγαζαν λοιπόν βόλτα, το πήγαιναν στις εκθέσεις βιβλίου, το τάιζαν σουβλάκια με πίτα από τον «Θανάση» και ο ήλιος ζέσταινε ακόμα και τις πιο παγωμένες μέρες.
Η Φιλία μεγάλωνε κι έβγαζε ρίζες και κλαδάκια, κι είχε όμορφα χέρια με μακριά δάχτυλα και ένα κληρονομικό ταλέντο στην αγάπη και την τρυφερότητα. Κι είχε μεγάλες φιλοδοξίες η Φιλία, ήθελε να γίνει καλλιτέχνης, να βγει στο τσίρκο Medrano, να κάνει τους ανθρώπους να γελούν, να είναι ευτυχισμένοι.
Καθημερινά λοιπόν έκανε προπόνηση, πήγαινε στο γυμναστήριο της «Καλής Χαράς» κι έτρεχε στους διαδρόμους της ελπίδας, σήκωνε τα βάρη της ζωής, ίδρωνε, ξείδρωνε, αλλά κρατούσε την φόρμα της και δεν άφηνε την μιζέρια να συσσωρεύεται στην ψυχή της. Όλοι είχαν να λένε για τα ακροβατικά της γέλια και για τις κωλοτούμπες του χαμόγελου. Και ο αρχικλόουν του τσίρκου την περίμενε να μεγαλώσει πως και πως για να την πάρει μαζί του στις περιοδείες. Η μαμά κι ο μπαμπάς φούσκωναν από περηφάνια και κάθε βράδυ της διάβαζαν ποίηση και της υπόσχονταν ότι οι ηλιόλουστες μέρες θα κράταγαν για πάντα.
Ομως, όπως σε όλα τα αξιοπρεπή παραμύθια, τα καλά πράγματα κρατάνε λίγο. Ο μπαμπάς και η μαμά άρχισαν να τσακώνονται, να φωνάζουν ο ένας στον άλλο, να κρατάνε μούτρα. Και η Φιλία τρόμαζε, άνοιγε τα μεγάλα της μάτια γεμάτα απορία και πήγαινε και κρυβόταν στις σκοτεινές μεριές του σπιτιού. Μαζί της κρύβονταν και τα χαμόγελα της λιακάδας και τα πολύχρωμα χαρτάκια της καλημέρας και τα ασπρόμαυρα φωτογραφικά φιλμάκια. Κι έμενε το σπίτι χωρίς τις αστραπές του φλας.
Ο μπαμπάς και η μαμά είχαν φαίνεται πολύ σοβαρές διαφορές μεταξύ τους και στην ιστορία μπήκε ξαφνικά κι ένα άλλο πρόσωπο φάντασμα που στοίχειωνε το σπίτι και που το έλεγαν ο Φαύλος Κύκλος της λαγνείας. Αυτός ο Φαύλος Κύκλος λοιπόν πολύ την φόβιζε την Φιλία, γιατί πάντα ήταν παρών στους καβγάδες αλλά εκείνη δεν τον είχε δει ποτέ της.
Και σταμάτησε η Φιλία να πηγαίνει στο γυμναστήριο, ξέχασε πως γίνονταν τα εναέρια κόλπα της ξενοιασιάς, λησμόνησε τις φώκιες που πλατσούριζαν στην μπανιέρα της ατάιστες κι εκείνες ψόφησαν, κι όταν μια μέρα πήγε στο τσίρκο να κάνει πρόβα σωριάστηκε φαρδιά πλατιά στην αρένα της διασκέδασης και ο αρχικλόουν την έδιωξε με τις κλωτσιές.






Και ο Φαύλος Κύκλος δεν έφευγε τώρα πια από το σπίτι, είχε θρονιαστεί μπροστά στο στο ψυγείο, είχε κάνει κατάληψη της τηλεφωνικής συσκευής και δεν έλεγε να ξεκολήσει. Πάνε πια οι σοκολάτες της απόλαυσης, πάνε και οι κρεμ καραμελέ της συμφιλίωσης, πάνε και τα απογευματινά παγωτά, πάνε και τα τηλεφωνήματα της καληνύχτας. Πάνε όλα. Και μαράζωνε η Φιλία και θόλωναν τα φωτεινά της μάτια. Κι όλο παρέα με μια άλλη κοπελίτσα με σκοτεινά μάτια και μαύρα μαλλιά, έκανε. Μια κοπελίτσα που αγαπούσε τις σκοτεινές κινηματογραφικές αίθουσες και τα σκονισμένα βιβλία ρομαντικών ποιητών, και που όλο έκλαιγε. Μια κοπελίτσα που την έλεγαν Θλίψη. Μια μέρα λοιπόν ο μπαμπάς και η μαμά πολύ θύμωσαν ο ένας με τον άλλο, και βγήκαν από το συρτάρι όπου βρίσκονταν κρυμένα τα μαχαίρια της χυδαιότητας και τα περίστροφα της σκληρότητας κι άρχισε ο πόλεμος. Κι έγινε το σπίτι πεδίο μάχης. Κι έσπαγαν οι παλιές πορσελάνινες αναμνήσεις και μουτζουρώνονταν τα ήρεμα βράδια της χαλάρωσης και του χαζέματος, και σκιζόταν σε μικρά κομματάκια τα ακριβά υφάσματα της αγάπης και της τρυφερότητας, και σφύριζαν μέσα στο σαλόνι τα πικρά λόγια της προσβολής, και έσκαγαν σαν βαρελότα τα κακά παράπονα. Και γενικά γινόταν ο χαμός. Κι έπρεπε να παρθεί μια απόφαση. Μια απόφαση οριστική και αμετάκλητη. Σ’ αυτό το σπίτι δεν χώραγαν όλοι. Ετσι πήρε η μαμά τον Φαύλο Κύκλο και ο μπαμπάς την Φιλία και τράβηξαν ο καθένας τον δρόμο του. Ομως το κοριτσάκι με τα φωτεινά μάτια ήταν πια πολύ δυστυχισμένο. Ότι κι αν έκανε η θλίψη, η Φιλία δεν χαμογελούσε ποτέ πια, και οι χαρταετοί με τις ζωηρόχρωμες ουρές δεν μπορούσαν πια να σηκωθούν και να πετάξουν. Κι οι βροχερές μέρες έμπαιναν συνέχεια στην καρδιά της και της έκαναν μούσκεμα τα μάτια. Πάει και η καριέρα στο τσίρκο, πάει και ο γύρος του κόσμου και οι ευτυχισμένοι άνθρωποι και τα κόκκινα χορευτικά παπούτσια και οι αριστοτεχνικές φιγούρες πάνω στο τεντωμένο σκοινί. Το μεγάλο, το φοβερό και τρομερό μυστικό όμως, εκείνο που χρωμάτιζε με μαύρο μελάνι τις μέρες της Φιλίας, της το είπε ο αρχικλόουν του τσίρκου μια μέρα που εκείνη πήγε να τον δεί. Της είπε λοιπόν ότι αυτή, η Φιλία, και ο Φαύλος Κύκλος ήταν δίδυμοι πλανήτες, δίδυμα Φεγγάρια που λένε, και είχαν τον ίδιο Ηλιο. Τώρα λοιπόν που ο Φαύλος Κύκλος μετανάστευσε σε άλλο ουρανό, και η Φιλία σε άλλο, ο Ηλιος τους συρρικνώθηκε κι έσβησε, και δεν μπορούν πια να εμφανίζονται οι φωτογραφίες των ευτυχισμένων ανθρώπων στον σκοτεινό θάλαμο και να πηγαίνουν βόλτα στην θάλασσα. Της είπε λοιπόν ο αρχικλόουν ότι έπρεπε να το πάρει απόφαση και να αλλάξει επαγγελματικό προσανατολισμό. Ηταν ένα απόγευμα Παρασκευής. Μιας Παρασκευής του χειμώνα, όταν ανέβηκε λοιπόν η Φιλία στην ταράτσα του ουρανοξύστη της γειτονιάς της, κόλησε στους ώμους ασπρόμαυρες σαίτες που είχε φτιάξει από τις σελίδες των βιβλίων των αγαπημένων της ποιητών, έβαλε τα μαύρα της γυαλιά σε σχήμα πεταλούδας, κάθησε άκρη-άκρη στο κάγκελο και περίμενε τον άνεμο νάρθει και να την πάρει. Και ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή από την άλλη άκρη της ταράτσας. Ηταν ο Φαύλος Κύκλος που εμφανίστηκε από το πουθενά και φώναζε μέχρι που κουράστηκαν τα πνευμόνια του. «Αστο πάνω μου! Αστο πάνω μου! Αστω πάνω μου!». Η Φιλία δεν καταλάβαινε τι ήθελε να πει. Τι να αφήσει επάνω του; Ετσι κι αλλιώς εκείνη δεν είχε κανένα έλεγχο ποτέ. Ολα τα άφηνε πάνω στους άλλους. Κι όταν εκείνοι έφευγαν τα έπαιρναν όλα μαζί τους. Κι ο Ηλιος βασίλευε και η Παρασκευή περνούσε σιγά-σιγά και ο Φαύλος Κύκλος φώναζε από την άλλη άκρη της ταράτσας, αλλά δεν ερχόταν και πιο κοντά της. Κι ύστερα ήρθε ο άνεμος. Φύσηξε ξαφνικά μια ριψοκίνδυνη ριπή αέρα και οι σαίτες από τα αγαπημένα ποιήματα απογειώθηκαν και την πήραν μαζί τους. Τώρα πια μόνον οι ποιητές των αγαπημένων ποιημάτων την βλέπουν καμιά φορά στους πιο τρελούς τους εφιάλτες.

Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2007

Ακαιρο κομμάτι για έναν παράταιρο χειμωνιάτικο καιρό


Θερινή ραστώνη και άλλα μυθεύματα

«Δεν είμαι ερωτευμένη μαζί σου ! ».
Οι ιδρωμένες αναπνοές του έρωτα που μόλις είχε λήξει έκαναν κρακ και σωριάστηκαν με θόρυβο στο σκονισμένο πάτωμα.
Τι γελοία, τι αταίριαστη, τι ψεύτικη που ακούστηκε αυτή η δήλωσή της στ’ αυτιά του.
Ποιά ήταν άραγε η ανταπάντηση που ψάρευε αυτή η πρόταση;
Τα φρένα από ένα λεωφορείο στρίγγλισαν κάτω από το παράθυρο.
Η μέρα αργοπέθαινε στους 42 βαθμούς υπό σκιάν.
Το κλιματιστικό γουργούριζε ευχαριστημένο με τον εαυτό του.
Το δωμάτιο γέμιζε σκιές.
Σωστά, σκέφτηκε, κι εγώ σε λίγες μέρες θα πάω διακοπές με κάποια άλλη. Τι νόημα έχει τώρα να το συζητάμε. Αντ΄αυτού βέβαια, άκουσε τον εαυτό του να λέει λίγο ειρωνικά και ίσως και λίγο φοβισμένα:
«Δεν θυμάμαι να τέθηκε τέτοιο ζήτημα, γλυκιά μου».
Τι περίμενε λοπόν να της απαντήσει ;
Σιγά να μην τον φόβιζαν τέτοιες ακραίες, υστερικές, ανόητες και άκαιρες δηλώσεις. Λίγο ως πολύ ήταν συνηθισμένος. Εκείνος ήταν ερωτευμένος εδώ και χρόνια με την άλλη, ή καλύτερα την Αλλη, με Α κεφαλαίο. Σιγά να μην είχε καιρό για να περιθάλψει, ή έστω να προσπαθήσει να καταλάβει την κάθε ερωτική του σύντροφο. Οι γυναίκες πάντα του ζήταγαν κάτι που ήταν απολύτως σίγουρος ότι δεν διέθετε, (ακόμα κι Εκείνη, κάποιες ελαχιστες φορές ευτυχώς), ... γυναικεία πλευρά θεώρησης των πραγμάτων.
Το πόδι της, μαυρισμένο, ξέφευγε από τις πτυχές του σεντονιού.
Η αναπνοή της, ρυθμική και ήρεμη συνόδευε το κλιματιστικό.
Τα μάτια της γλαρωμένα από την προηγηθείσα ηδονή, αναζητούσαν ένα λυτρωτικό ύπνο.
Κι όμως αυτή η κακή της συνήθεια να εκστομίζει τις πιο λάθος ατάκες στις πιο ακατάλληλες στιγμές δεν έλεγε να την εγκαταλείψει.
Τώρα έπρεπε να της πει την αλήθεια. Δηλαδή ότι ουδέποτε πίστεψε στις δημοφιλείς θεωρίες των περιοδικών, ότι ποτέ δεν υιοθέτησε τα γελοία πιστεύω του Ευριπίδη περί οιδιπόδειου και τέλος πάντων όλα τα συναφή.
‘Ολα τα περίμενε, εκτός από αυτό.
Ποιός την ρώτησε ; Ποιός της έδωσε το δικαίωμα να αμφισβητεί την έξωθεν καλή μαρτυρία του και να σκαλίζει τις σκέψεις του;
Ποιός της επέτρεψε να επεμβαίνει στην κοσμοθεωρία του;
Ποιά νομίζει ότι είναι και τολμά να του υποβάλει προτάσεις που χρήζουν απάντησης;
Το σπίτι του έμενε ασκούπιστο για μέρες τώρα. Οι τρίχες από τις γάτες σέρνονταν σε μικρούς θάμνους με την παραμικρή κινητικότητα του αέρα. Οι βεράντες γεμάτες σκόνη. Οι σεζ-λόνγκ παραπεταμένες σε μια γωνία, έμοιαζαν καταδικασμένες να μαραζώνουν χωρίς κάποιους να τις βαραίνουν. Η παλιά ομπρέλα της θάλασσας να σκουριάζει. Οι γλάστρες να αποστραγγίζουν κάθε ίχνος υγρασίας αποστρέφοντας τα φύλλα τους από τον ήλιο και ψάχνοντας για κάποια δροσιά. Το ρετιρέ του 6ου ήταν παρατημένο στις αργές αυγουστιάτικες νύχτες, κι εκείνος βυθισμένος σε μια Αθήνα που έμοιαζε με το μυαλό του, χωρίς κατοίκους και τύψεις. Τώρα έπρεπε να της πει όλα όσα είχε πει και στις προηγούμενες και πιθανότατα θα έλεγε και στις επόμενες. Το είχε πάρει εδώ και πολύ καιρό απόφαση ότι η γυναίκα της ζωή της ήταν
εκείνη η Αλλη, από την εποχή του σχολείου, και δεν επρόκειτο να μετακινηθεί απο τις απόψεις του.
«Λοιπόν, ας το συζητήσουμε, μια που το έθεσες. Εγώ, αντιθέτως με σένα, είμαι πολύ ερωτευμένος μαζί σου, και μου μοιάζει σαν να θέλουμε τελείως διαφορετικά πράγματα. Το είχα συνειδητοποιήσει εδώ και καιρό, αλλά δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα να είναι αυτή η τελευταία φορά που βρισκόμαστε». Η σιωπή της αντίπαλης πλευράς στην αρχή δεν τον ανησύχησε. Εντάξει, ή που θα θυμώσει, ή που θα βάλει τα κλάματα, σκέφτηκε. Η περίοδος χάριτος όμως τραβούσε αρκετά.
Αλλωστε, ξανασκέφτηκε ποιά ήταν αυτή που του τάραζε τη ραστώνη των ημερών ανερυθρίαστα;
Κι αυτές οι λέξεις που ξεστόμιζε, γιατί τον κοίταζαν κρεμασμένες από το ταβάνι;
Ποιός της ζήτησε στοργή, τρυφερότητα, φροντίδα, αγάπη, συντροφικότητα;
Ποιός της ζήτησε κομμάτι από την ψυχή της; Μέρος από τη ζωή της;
Αυτά τα είχε ήδη. Του τα έδινε Εκείνη. Όταν βέβαια της το επέτρεπε. Ή όταν της το ζητούσε. Του τα έδινε ανιδιοτελώς, αφειδώς. ‘Η τέλος πάντων με πολύ μικρό αντίτιμο. Οι υπόλοιπες απλώς γέμιζαν ένα μικρό συναισθηματικό κενό που ένιωθε από καιρό σε καιρό. Σπουδαία τα λάχανα. Σιγά να μην το έψαχνε παραπέρα. Κανείς δεν είναι τέλειος, ούτε καν Εκείνη. Εξάλλου δεν μπορείς να έχεις και υπερβολικές απαιτήσεις.
Η σιωπή είχε αρχίσει να τον ανησυχεί.
Μήπως εκείνος της είχε δώσει έστω και την παραμικρή αφορμή να ελπίζει σε κάτι περισσότερο από μερικές ώρες κοινής συνύπαρξης σ’ ένα σκονισμένο ρετιρέ, μιας άδειας πόλης;
Έψαχνε τις προηγούμενες συζητήσεις τους. Τις μικρές και μεγάλες αναμονές ανάμεσα σε δύο συναντήσεις. Τα σύντομα τηλεφωνήματα. Τίποτα δεν παρέπεμπε σε μια τέτοια οικειότητα. Τίποτα δεν άνοιγε την παραμικρή χαραμάδα για ένα κοινό μέλλον.
Κι όμως, η δήλωσή της στεκόταν στη μέση του δωματίου, σωματοποιημένη και αρτιμελής, και τον περίμενε να την αντιμετωπίσει. Το βαρύ πυροβολικό του είχε μάλλον αποτύχει να πλήξει τον στόχο του. Η σιωπή μάκραινε και απλωνόταν.
Και πριν προλάβει να μετρήσει τον αντίπαλο για την δεύτερη και τελειωτική βολή του, η γυναίκα που βρισκόταν ξαπλωμένη δίπλα του, εκείνη που ήθελε να κατατροπώσει συνεχίζοντας τον καταιγισμό του από δηλώσεις, προχώρησε σε κάτι τελείως παράλογο έως και παρανοϊκό.
«Μη μ’ αφήσεις να κοιιμηθώ πολύ», μουρμούρισε και τράβηξε το σεντόνι πάνω της.
Τέντωσε τα μισολυγισμένα μπράτσα της, βολεύτηκε καλύτερα στο μαξιλάρι, χαλάρωσε, σκούπισε το μέτωπό της από τις τελευταίες σταγόνες της μοιρασμένης ευχαρίστησης και ξεκίνησε για τον απογευματινό της ύπνο.
Τον άφησε μόνο του, τρομοκρατημένο, γεμάτο ερωτηματικά, με χιλιάδες ερωτήσεις μετέωρες και τον εφιάλτη του αύριο να του χαμογελά. Μήπως τελικά Εκείνη δεν του ήταν αρκετή; Μήπως έφταιγε ο καύσωνας για τις ψευδαισθήσεις του;
‘Ηταν ένα οποιοδήποτε απόγευμα Κυριακής, σε μια οποιαδήποτε πόλη, σ’ ένα οποιοδήποτε διπλό κρεβάτι. Το μόνο χειροπιαστό ήταν η ζέστη που κυλούσε από τους τοίχους.
Η τηλεόραση του απέναντι διαμερίσματος μετέδιδε αγώνες στίβου.
Κι εκείνος, καθώς έπαιζε με τις άκρες από τα μαλλιά της και την περίμενε να ξυπνήσει, έπλαθε ιερόσυλα σενάρια χωρισμού.

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2007

"ΕΡΗΜΟΣ"


Είναι η έρημος αυτή που κουβαλάμε μέσα μας ή εκείνη που γύρω μας εκτείνεται;

Είναι η ευτυχίας μας μια όαση που όλο μας στοιχειώνει ;

Είναι η ζωή μας μια διαδρομή πάνω στην καμπούρα της καμήλας;

Κι ο ύπνος στον ίσκιο από τις χουρμαδιές το όνειρο ;

Αντε και καλά ταξίδια σ’ όλους μας!
(Σημείωση: Η φωτογραφία είναι ευγενική χορηγία από το Τζίνι)

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2007

MAEΣΤΡΟ


«Μαέστρο ζεμπεκιά»

Ράγισα. Εσπασα.
Κόπηκα. Κι αιμορραγώ.
Μα από τις φλέβες μου τρέχει μέλι και ξύδι.
Κι από τους έρωτες μου, φαρμάκι και λησμονιά.

Ράγισα. Εσπασα. Και κόπηκα.
Μα εγώ άνδρας δεν ήμουν ποτέ. Μόνο γυναίκα.
Και σας χάιδεψα τ’ αυτιά, χίλιες και μια νύχτες.
Και σας πλάνεψα τα μάτια, με πέπλα εφτά,

Ράγισα. Κόπηκα. Κι αιμορραγώ.
Μα αυτός ο χορός είναι δικός μου. Μόνον δικός μου.
Γιατί έχει στα βήματα του, της καρδιάς την κρυμένη μαγκιά.

Γιατί εγώ άνδρας δεν ήμουν ποτέ.
Μόνον γυναίκα.

Μαέστρο ζεμπεκιά.


( Σημείωση: 1979. Η Fay Danayway την επόμηνη της βράβευσης της με Οσκαρ )

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2007

Πότε είναι πολύ αργά;


Ωρα πρωινή. Δύσκολη. Με το αυτοκίνητο προς την δουλειά.
Δεν έχεις ακριβώς τα νεύρα σου αλλά δεν πετάς και από την χαρά σου που ακόμα είναι μεσοβδόμαδο.
Φανάρι πορτοκάλι. Κι εσύ πολύ κοντά.
Να το περάσεις ή να ξεχαστείς στην μικρή ανάπαυλα του κόκκινου;
Μια στιγμή απειροελάχιστου δισταγμού.
Αποφάσισες να περιμένεις.
Επρεπε να το είχες κάνει πολλές φορές στην ζωή σου.
Για να σκεφτείς, να προλάβεις ν’ αποκτήσεις διλήμματα, ν’ αναπνεύσεις, να σωπάσεις.
Μπαλκόνι του πρώτου ορόφου, ακριβώς απέναντι σου, στην πορεία του βλέμματος σου.
Απλωμένη μπουγάδα. Απλωμένες ζωές των ανθρώπων.
Κουρελούδες με ζωηρά χρώματα, πολυ έντονα. Προφανώς από κάποια υπαίθρια αγορά.
Και ρούχα. Παιδικά και ενήλικα.
Γεμίζουν το οπτικό σου πεδίο τα χρώματα.
Γεμίζει τ’ αυτιά σου η χθεσινή συζήτηση.
Επρεπε να είχες σταματήσει πριν το πεις.

Λέξη ήταν και κύλησε.
Αγνόησε τους φρουρούς, προσπέρασε τα αναχώματα, και ξεπρόβαλε στον έξω κόσμο.
Απέκτησε ειδικό βάρος, υπόσταση και προσωπικότητα.
Λέξη ήταν και χτύπησε κατευθείαν στο στόχο. Με μια αξιοθαύμαστη ακρίβεια πήγε και σφηνώθηκε σους νευρώνες του εγκεφάλου.
Και φυσικά από την στιγμή που μπήκε εκεί δεν είχε σκοπό να επιστρέψει στην προηγούμενη σκοτεινιά της νόησης.
Θα έμενε εκεί για πάντα, υπενθυμίζοντας στο νόμιμο κάτοχό της πια, την βέβηλη σκέψη εκείνου που για πρώτη φορά την γέννησε.
Λέξη ήταν και πόνεσε.
Ετσι όπως μόνον οι φίλοι ξέρουν να σε πονάνε.
Λέξη ήταν και τώρα πια δεν μπορείς να την πάρεις πίσω.
Ούτε συγνώμη να ζητήσεις.
Λέξη ήταν και κύλησε.
Μην της δίνεις σημασία, θάρθουν κι άλλες.

Το φανάρι έγινε πράσινο.
Τα τριάντα δευτερόλεπτα της ανακωχής πέρασαν.
Ξανά στον δρόμο για την δουλειά.
Νάχες μια φωτογραφική μηχανή να απαθανατίσεις το μπαλκόνι.

Πότε είναι πολύ αργά;
(Σημείωση: Ο γλάρος είναι μια προσφορά από το alogaki)

Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2007

"ΡΑΦΑΕΛΛΑ"



«Την λένε Ραφαέλλα»


Την λένε Ραφαέλλα. Είναι τριών χρονών. Έχει από κείνα τα μεγάλα μάτια που μόνο τα παιδιά διαθέτουν –ακόμα κι εμείς σαν παιδιά τα είχαμε αυτά τα μάτια, κι ύστερα τα απώλεσαμε μαζί με όλα εκείνα που δεν θέλουμε να θυμόμαστε και να βλέπουμε- και μιλάει από κείνα τα σπασμένα ελληνικά που από το στόμα των μικρών ανθρώπων ακούγονται γοητευτικά και χαριτωμένα, ενώ αλλάζουν ξαφνικά και ως δια μαύρης μαγείας κι ακούγονται ενοχλητικά και αποκρουστικά όταν τα προφέρουν οι άλλοι άνθρωποι, οι ενήλικες γονείς μιας οποιασδήποτε Ραφαέλλας.
Την λένε Ραφαέλλα. Δεν είναι καθόλου ντροπαλή. Με πλησιάζει αμέσως, με εμπιστεύεται με την πρώτη, μου δίνει το χέρι της, μου ανακοινώνει περήφανα τ΄όνομά της και τον τόπο καταγωγής της. Ο μπαμπάς της κάθεται στην άλλη άκρη του χώρου, δεν με κοιτά στα μάτια όταν μου μιλά, μασάει τις απαντήσεις του, φοβάται να μου πει ότι είναι μετανάστης, ότι είναι άστεγος, ότι είναι άνεργος.
Την λένε Ραφαέλλα. Με ρωτάει αν έχω καραμέλες στην τσέπη μου –έχω, αλλά είναι καραμέλες για το λαιμό και δεν τις αρέσουν, την καίνε, την ενοχλούν- όπως μας ενοχλεί να ξέρουμε ότι υπάρχει η μιζέρια και γυρίζουμε το βλέμμα αλλού. Με ρωτάει πού είναι ο δικός μου μπαμπάς, θρονιάζεται στην αγκαλιά μου, μου δείχνει το γδαρμένο της γόνατο, με γεμίζει αμηχανία. Οπως με γεμίζει αμηχανία η βουβή ερώτηση του πατέρα, που κρατάει το χαρτί της απέλασης στο χέρι και περιμένει να του εξηγήσω τι σημαίνουν οι μεγαλοπρεπείς σφραγίδες και οι μεγαλόσχημες υπογραφές.
Την λένε Ραφαέλλα. Η μαμά της έχει μείνει πίσω. Πίσω πού; Σ’ αυτές τις χώρες που μετακινούνται στον χάρτη, που μεταναστεύουν στις αποσκευές των πρώην κατοίκων τους. Σ’ αυτές τις περιοχές που βρίσκονται στο πίσω μέρος του μυαλού μας και εσκεμμένα δεν τις ανασύρουμε ποτέ από κει. Μου διηγείται πού κοιμήθηκαν χθες βράδυ, -σ’ ένα μέρος με πολλά δέντρα και πολλά φώτα, κι άλλους ανθρώπους, κι ήταν σαν μεγάλη γιορτή, αλλά είχε και πολύ φασαρία. Θέλω να την παρηγορήσω λέγοντάς της ότι έτσι είναι οι πλατείες της Αθήνας, ότι δεν ησυχάζουν ποτέ, αλλά σκέφτομαι ότι αυτή είναι μια χαζή απάντηση και απλώς σωπαίνω. Σκέφτομαι ότι θα μ’ ακούσει ο μπαμπάς της και θα χαμογελάσει πικρά. Ντρέπομαι και συνεχίζω να σωπαίνω.
Την λένε Ραφαέλλα. Νυστάζει και πεινάει. Φοράει ένα ροζ φανελάκι –πάντα τα κοριτσάκια φορούν κάτι ροζ,- γκρινιάζει λίγο, τρίβει τα μάτια της με κάτι μικροσκοπικές λερωμένες γροθιές, κοιτάζει προς την μεριά του μπαμπά της, ψάχνει την δεδομένη ασφάλεια και τη σιγουριά της, εκείνη που της έχουμε αρνηθεί όλοι εμείς οι χορτασμένοι από ύπνο και φαγητό. Ο μπαμπάς της έρχεται και την παίρνει από τα χέρια μου, την κρύβει στην αγκαλιά του, την προστατεύει από μένα, -όσο μπορεί, όσο του επιτρέπει ο δικός του μεγάλος φόβος- ζητάει συγνώμη που η μικρή με λέρωσε, ζητάει συγνώμη που είναι μετανάστης, άστεγος και άνεργος, ζητάει συγνώμη που με ξεβολεύει. Ζητάει μια βουβή συγνώμη, γέματη αξιοπρέπεια και περηφάνια. Ντρέπομαι και απλώς σωπαίνω.
Την λένε Ραφαέλλα. Πρέπει να συμπληρώσω την καρτέλα για να τους δεχτεί για λίγες μέρες ο ξενώνας. Δεν σηκώνω τα μάτια μου να την δω που κούρνιασε και λούφαξε σαν ζωάκι –τι να της πω άλλωστε για τον κόσμο που θα ξυπνήσει και θ’ αντικρύσει αύριο και που τον έχω φτιάξει ανάμεσα στους άλλους κι εγώ. Γεμίζω με γράμματα το έντυπο, με στοιχεία, με αριθμούς, με τόπους καταγωγής, με ημερομηνίες. Κι εκείνος μπροστά μου με το παιδί στην αγκαλιά, με τα μάτια να κοιτάνε κάτω, με άπειρη υπομονή –άλλωστε τόσες χιλιάδες χιλιόμετρα έκανε για να φτάσει εδώ, τόσες χιλιάδες φορές βρέθηκε στην ίδια θέση του αδικούμενου, τόσες χιλιάδες φορές αγνοήθηκε, ποδοπατήθηκε, στοιβάχτηκε, παραμερίστηκε. Έχει συνηθίσει πιά.
Την λένε Ραφαέλλα και τα φωτεινά της μάτια έχουν βασιλέψει από ώρα, έχει συνηθίσει πια να κοιμάται νηστική, να αναχωρεί για την γειτονιά των ονείρων της μέσα στα φώτα και την φασαρία. Από ώρα ντρέπομαι και σωπαίνω. Από ώρα σκέφτομαι ότι είναι πολύ γλυκιά και ακριβή, όπως όλα τα παιδιά – όπως υπήρξαμε κι εμείς όλοι κάποτε και το ξεχάσαμε επιμελώς-. Από ώρα ο μπαμπάς της έχει κουραστεί κι έχει κάτσει στην άκρη του χώρου περιμένοντας. Έχουν συνηθίσει πια.Την λένε Ραφαέλλα, τον μπαμπά της τον λένε Ακο. Από ώρα τους κοιτάω κλεφτά και ντρέπομαι .

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2007

"NA BΡΕΧΕ"


«Νάβρεχε»

Νάβρεχε. Να ξεπλενόταν η ντροπή. Να παράσερναν τα νερά τα νύχια του εφιάλτη που είναι τόσες μέρες στα πνευμόνια μου και δεν μ’ αφήνουν ν’ αναπνεύσω. Όλο κάτι μικρές ασθματικές αναπνοές παίρνω, αγχωμένες κι αυτές και μισές. Όλο και πιο βαριά κοιμάμαι τα βράδια, όλο και πιο δύσκολα ξυπνάω τα πρωϊνά. Δεν θέλω να σηκωθώ από το κρεβάτι.
«Πάντως στο νησί ο καιρός είναι καλός», λέει ο φίλος, «μήπως ναρχόσουν μια βόλτα; », ξαναρωτάει πάλι.
Δεν θέλω. Δεν έχω όρεξη. Δεν έχω κατανόηση για τη ζωή που συνεχίζεται και με αναγκάζει να συνεχίζω κι εγώ. Δεν θέλω να σταματήσω να το σκέφτομαι, δεν θέλω να καταφύγω στις μικρές και μεγάλες ασφάλειες του μικρόκοσμου/μακρόκοσμου μου.
«Έλα, θα δεις λίγο θάλασσα, θα κάνεις καμιά βουτιά, ακόμα είναι ζεστός ο καιρός, θα φάμε και ψάρι», η φωνή στην άλλη άκρη της επικοινωνίας.
Δεν θέλω να προσποιούμαι ότι τίποτα δεν συνέβη, ότι όλα αργά ή γρήγορα θα βρουν την φυσιολογική τους σειρά. Δεν ξέρω όμως και πώς να ζήσω σ’ αυτό τον κόσμο.
«Ελα μωρέ, μην το παίρνεις τόσο βαριά». Λες και θέλω να το πάρω βαριά. Λες και έχω επιλογή.

Μακάρι νάβρεχε. Από κείνες τις βροχές που ξεσπούν ένα απόγευμα και συνεχίζονται όλο το βράδυ, από κείνες τις βροχές που επιμένουν να πλένουν και να ξαναπλένουν τους δρόμους. Που καθαρίζουν τον ουρανό. Που σου σηκώνουν το βάρος από το στήθος. Που ξεμπλέκουν τον κόμπο από το στομάχι.
Σκεφτόμουν ότι στη κηδεία του μπαμπά και γενικά στις κηδείες, δεν υπάρχουν φωτογράφοι –εκτός βέβαια κι αν ο τεθνεών είναι δημόσιο πρόσωπο- ν΄ απαθανατίσουν την προσωποιημένη απελπισία. Γιατί όχι; Γιατί οι γάμοι και τα βαφτίσια και τα γενέθλια και οι διακοπές να έχουν αυτό το αποκλειστικό προνόμιο; Γιατί να μην θυμάμαι, αποτυπωμένη στο ιλλουστρασιόν χαρτί, ή μήπως σε ματ, την απώλεια; Γιατί τέτοιος ρατσισμός στις κοινωνικές συναθροίσεις;
Η πομπή που ακολουθεί το φέρετρο, τα μαύρα ρούχα, τα μαύρα γυαλιά, τα παρατημένα βήματα, εγώ, εσύ, η μάνα, οι φίλοι που δείχουν σαστισμένοι, εγώ, εσύ, η μάνα, οι γνωστοί/άγνωστοι που χαιρετούν μουδιασμένοι, εγώ, εσύ, η μάνα, οι συγγενείς που δεν ξέρουν που να σταθούν, στους μακρινούς ή στους κοντινούς, εγώ, εσύ, η μάνα.

Εγώ, εσύ, ο θάνατος στην τηλεόραση, η επόμενη μέρα μέρα μιας δίσεχτης ανθρωπότητας, εγώ, εσύ, η μάνα που ανησυχεί «που αμάν πια δεν έχεις βρει κι εσύ έναν σύντροφο να κοιμάσαι μαζί του και να σου διασκεδάζει τους φόβους σου. Αμάν πια με τις ιδιοτροπίες και τις περίεργες ιδέες σου. Δεν βλέπεις τι γίνεται στον κόσμο». Βλέπω βρε μάνα, βλέπω.
Εγώ, εσύ, ο φόβος, ο πανικός της αβεβαιότητας, ο θάνατος της αξιοπρέπειάς μας, ο θάνατος σε γενικό και κοντινό πλάνο. Ο θάνατος μέσα και έξω από τους τέσσερεις προστατευτικούς τοίχους του σπιτιού μου.
Μακάρι νάβρεχε. Από κείνες τις μεγάλες βροχές, που τις λένε ο κατακλυσμός, που μετά ο κόσμος δεν είναι ο ίδιος, που ύστερα όλα ξαναρχίζουν από την αρχή. Που ανακαλύπτεις εκ νέου την αγάπη και την ανθρωπιά.
Μακάρι νάβρεχε και κείνη την μέρα της κηδείας του μπαμπά, για να μην είχε έρθει κανείς, μιας και δεν υπήρχαν έτσι κι αλλιώς οι φωτογράφοι για να μας περάσουν στην αιωνιότητα.
«Έλα μωρέ. Ξεκόλα, άλλωστε κι εσύ την ζωή σου συνεχίζεις σα να μην συνέβη τίποτα».
«Έλα, ξέφυγε για μερικές μέρες. Η θάλασσά σου σε περιμένει».
Έβρεξε λέει κι εκεί. Στην άλλη μεριά της θάλασσας. Κι ήταν μια βροχή που έκανε τα πράγματα πιο δύσκολα. Που έκανε την σκόνη, λάσπη. Που έκανε τους δρόμους, βούρκους. Που έθαψε ακόμα πιο βαθειά την αξιοπρέπειά μας.
Έβρεξε λέει κι εκεί. Μόνο που αυτή η βροχή δεν ήταν ο κατακλυσμός, που λένε, ήταν μια απλή συνηθισμένη βροχή, που έπεφτε αδιάφορη, λες και κανείς δεν την είχε ενημερώσει ότι σ’ αυτό τον κόσμο της επόμενης μέρας, τίποτα δεν είναι πια το ίδιο.
Μακάρι νάβρεχε!

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2007

"Tης επόμενης μέρας"

Μετά τις γιορτές, μετά τις υποχρεωτικά χαρούμενες μέρες, τα πάντα ξαναγυρνούν στους κανονικούς τους ρυθμούς.


«Της επόμενης μέρας»

Μόλις έχω ξυπνήσει από έναν χαλαρωτικό ύπνο που έκλεψα λίγο μετά το μεσημεριανό φαγητό. Σκέφτομαι, θα μπορούσα να κάνω εκείνο και το άλλο και το τρίτο. Θα ήθελα τα πράγματα να είναι έτσι κι αλλιώς. Από αύριο θα.... Αν οι καταστάσεις εξελιχθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο, τότε...
Ανοίγω αφηρημένα την τηλεόραση. Μια κίνηση συνήθειας.
Και ξαφνικά είναι σαν να πέφτουν οι ασφάλειες, να κόβεται το ρεύμα.
Όταν τελικά θ’ ανάψουν ξανά τα φώτα, ο μικρόκοσμος μου δέχεται επίθεση τρόμου.
Οι εικόνες που εισβάλουν από την τηλεόραση είναι απλά εικόνες που το μυαλό αρνείται να αποκωδικοποιήσει. Τίποτα δεν συμβαίνει. Είναι όλοι τους υπερβολικοί. Αλλάζω κανάλι. Λέω θα τελειώσουν οι ειδήσεις και τα πάντα θα ξαναβρούν τους φυσιολογικούς τους ρυθμούς. Πάω στην κουζίνα φτιάχνω καφέ. Γυρνάω στο σαλόνι. Ο πόλεμος συνεχίζεται. Ο φόβος, ο πανικός, η απόλυτη παραφροσύνη κατοικοεδρεύουν στο σπίτι μου. Αμηχανία. Ύστερα τα τηλέφωνα παίρνουν φωτιά. Να μοιραστείς τις απορίες με τον υπόλοιπο κόσμο, να νιώσεις την απατηλή ασφάλεια ότι δεν είσαι μόνος, ότι υπάρχουν κι άλλοι.
Κι ύστερα πάλι το ίδιο βίντεο, ξανά και ξανά και ξανά.
Σκέφτομαι ότι πρέπει να ποτίσω τα φυτά στο μπαλκόνι, να πάω στο σούπερ μάρκετ, να συνεχίσω την ζωή μου όπως πριν από μερικές ώρες.
Ο εκφωνητής λέει «από αύριο το πρωί, τίποτα πια δεν θα είναι το ίδιο στον κόσμο μας», οι γάτες μιμούμενες τον εκνευρισμό μου μπαινοβγαίνουν ανήσυχες και γκρινιάζουν μπροστά στο ψυγείο.
Στον καναπέ μου έχει θρονιαστεί το σοκ. Η τηλεόραση μου μεταδίδει ζωντανά την ιστορία της ανθρωπότητας που συμπεριλαμβάνει κι εμένα στους κόλπους της, η φωνή μου μιλάει στο τηλέφωνο και προσπαθεί να εξηγήσει, κι όμως ακόμα η καρδιά μου δεν έχει παγώσει. Η νεκρική ακαμψία δεν έχει επηρεάσει ακόμα τα μέλη μου. Πάω στο μπάνιο, κοιτάζομαι στον καθρέφτη, αναγνωρίζω το πρόσωπο μου. Σκέφτομαι να κάνω ένα μπάνιο, να ηρεμήσω. Αφήνω το νερό να τρέξει, γυρίζω στο σαλόνι, ανεβάζω την ένταση έτσι ώστε να μπορώ να ακούω τους ήχους της καταστροφής ακόμα και κάτω από το ντους.
Αμα προσπαθήσω πάρα πολύ, λες όλα να επιστρέψουν στην προηγούμενη κατάσταση αδράνειας ;
Οι ώρες περνούν. Το κρύωμα των τελευταίων ημερών εξακολουθεί και με ταλαιπωρεί. Βρίσκομαι συνέχεια με ένα χαρτομάντηλο στο χέρι. Η Λίνα μού είπε ότι έχω βραχνιάσει εξαιρετικά. Μήπως πρέπει να πάω στο γιατρό ;

Η επόμενη μέρα είναι ακόμα εδώ. Βάζω ένα ποτό. Το αλκοόλ μπορεί να με χαλαρώσει. Ανάβω τσιγάρο. Δεν έχω γεύση του καπνού. Δεν έχω αίσθηση των γεγονότων, της πραγματικότητας, του τι θα γίνει αύριο.
Νύσταζω. Αφήνω την τηλεόραση να παίζει, πάω για ύπνο. Λίγο πριν βυθιστώ στην προσωρινή λήθη, αρχίζω και φοβάμαι. Φοβάμαι που είμαι μόνη μου μέσα στο σπίτι. Μόνη μέσα στην πόλη. Μόνη μου μέσα σ’ έναν κόσμο που φοράει μόνο μάσκες αντισφυξιογόνες. Σκέφτομαι, θα δω ένα καλό όνειρο, θα ξορκίσω τους εφιάλτες. Θυμάμαι ότι η τηλεόραση θα παίζει όλη νύχτα. Τα πράγματα θα εξακολουθούν να εξελίσσσονται ερήμην μου όλη νύχτα.
Θα είναι πάντα νύχτα από δω και μπρος; Ολα μαυρίζουν.

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2007

ΣΤΟΥ ΒΙΓΛΟΥ (Μια ιστορία με καλό; τέλος)

«Στου Βίγλου»


Κρατούσε το τρίχρονο πιτσιρίκι από το χέρι. Ένας μικρός κι ένας μεγάλος άνθρωπος σε μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης.
Έρχονταν από τον δρόμο, περνώντας ανάμεσα από τα παρκαρισμένα.
Από μακριά και πλησίαζαν.
Άλλος ο βηματισμός του ενήλικα, αφηρημένος, σίγουρος. Άλλωστε ακουμπούσε σε μια διαδρομή χρόνων, τόσες και τόσες φορές –άραγε πόσες ήταν; μετριούνται σε αριθμητικά νούμερα οι φορές που σκουντουφλάς στο ίδιο χαλίκι;- είχε περπατήσει και ξαναπερπατήσει τον ίδιο αυτό χωματόδρομο.
Άλλο το ποδοβολητό του μπόμπιρα. Ένας έκπληκτος, χαμογελαστός, ακροβατικός χορός πάνω στα κατακαίνουργια παπούτσια του.
Κρατούσε το παιδί στο αριστερό χέρι και στιγμές, στιγμές το έσερνε για να κάνει γρήγορα. Να μεγαλώσει γρήγορα, να μάθει να περπατάει μόνο του, να μην έχει ανάγκη καθοδήγησης.
Έρχονταν με τα πόδια από τον χωματόδρομο που έβγαζε στου Βίγλου.
Με τ’ αυτοκίνητο δεν φτάνεις ποτέ μέχρι πάνω-πάνω. Τα τελευταία μέτρα πάντα τα περπατάς. Όλοι τα περπατούν. Συνήθεια, παράδοση, ασφάλεια, κεκτημένο δικαίωμα του παπά που αντιπαθεί τους μη φυσικούς ήχους, δεν ξέρω.
Ένα χωριό ολόκληρο και βάλε μαζευόμαστε. Μόνιμοι κάτοικοι και περιστασιακοί παλλινοστούντες Αθηναίοι, άπιστοι εραστές μιας γενέθλιας γης που την έχουν εδώ και χρόνια εγκαταλείψει, ανηφορίζουμε σύμπαντες ανήμερα της Παναγίας τον ίδιο χωματόδρομο. Παρκάρουμε τα αυτοκίνητα, αντιπροσωπευτικά δείγματα μιας αναβάθμισης του βιοτικού μας επιπέδου, όσο πιο κοντά μάς επιτρέπεται, και πιάνουμε τον ποδαρόδρομο.

Έρχονταν με τον ήλιο πίσω τους, να αλλοιώνει τις φιγούρες.
Ένας πατέρας κι ένας γιος. Με τα καλά ρούχα της βόλτας, της γιορτής, της Κυριακής. Προχωρούσαν για να συναντήσουν τους υπόλοιπους στην αυλή της εκκλησίας, της σφηνωμένης ανάμεσα στα πλατάνια της πηγής του Βίγλου, δεκαπενταύγουστο, σε μια άκρη αυτής της χώρας.
Χαμογελούσε ο μικρός, βαριόταν ο μεγάλος, ήθελε να μονοιάσει γρήγορα με τους άλλους, να κάνει τσιγάρο, να ψάξει την σκιά, τώρα που ψήλωνε ο ήλιος, να κανονίσει για τη μεσημεριανή βόλτα στη θάλασσα, για το βραδυνό ψάρεμα, να τελειώνει κι αυτή η αγγαρεία, κι αυτή η μέρα.
Έρχονταν από τον δρόμο, περνώντας ανάμεσα από τα παρκαρισμένα.
Από μακριά και πλησίαζαν. Ο μεγάλος τραβούσε τον μικρό ν’ ανοίξει το βήμα του, όπως ακριβώς τον τραβούσε ο δικός του ο πατέρας 35 χρόνια πριν στον ίδιο χωματόδρομο, την ίδια μέρα του Αυγούστου.
Μαγική εικόνα. Ο παιδικός μου σύντροφος των παιχνιδιών, η εφηβική παρέα, ο νεανικός έρωτας των καλοκαιρινών διακοπών, ο φίλος της ωριμότητας, ο συνομήλικος μου – ή σχεδόν συνομήλικος- ερχόταν στην καθιερωμένη εκκλησιαστική συνάθροιση κρατώντας από το χέρι τον τρίχρονο γιο του.
Καθόμουν στο πεζούλι, περιμένοντας να τελειώσει το μαρτυρικό τελετουργικό, αναρρώνοντας από το μεθύσι της προηγούμενης νύχτας – μια ακόμα επιβεβλημένη συνήθεια για όλους εμάς που αναζητάμε την λύτρωση στις 15 μέρες της άδειας- και τους έβλεπα να με πλησιάζουν, να με φτάνουν, να με καλημερίζουν, να μου χαμογελά ο μεγάλος, να μου παρουσιάζει τον μικρό, να με ρωτά ο μικρός που είναι ο δικός μου ο γιος για να παίξουν...
Αλήθεια, πού είναι ο δικός μου ο γιός; Δεν θάπρεπε να έχω; Δεν ξέρω.

Ο φίλος άφησε το τρίχρονο πιτσιρίκι από το χέρι. Του επέτρεψε να απομακρυνθεί και να συναντήσει τους δικούς του συνομήλικους φίλους, ν’ αρχίσει να φτιάχνει τις δικές του αναμνήσεις από την αυγουστιάτικη ανάβαση στου Βίγλου. Κι εμείς, μαζί με τους υπόλοιπους, ανάψαμε τσιγάρο, γκρινιάξαμε για το μελτέμι που μας ταλαιπωρούσε τόσες μέρες, συνειδητοποιήσαμε πόσο γρήγορα περνούν οι μέρες της απραξίας, κάναμε σχέδια για μετά.
Φορούσαμε τα καλά μας στενάχωρα παπούτσια, γυαλιά ηλίου και ακούγαμε το βραχνοκόκκορα παπά να σέρνει την λειτουργία στον ποθητό της τέλος.
Είπα, «μακάρι να σας είχα τραβήξει φωτογραφία την ώρα που ανηφορίζατε με το μικρό», αλλά σκεφτόμουν «μακάρι να μην είχες μεγαλώσει ποτέ».

Τώρα μέρες μετά, στην ασφάλεια της ρουτίνας, στον Σεπτέμβριο της πρωτεύουσας, στους ρυθμούς της καθημερινότητας, μακριά από τους χωματόδρομους που βγάζουν στου Βίγλου, στην πηγή, ή στη λίμνη, έρχεται η ίδια εικόνα να με συναντήσει. Ένας μικρός κι ένας μεγάλος, που πλησιάζουν έχοντας πίσω τους τον ήλιο, ανάμεσα από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, με ασυγχρόνιστα βήματα, δεμένοι σε μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

Αθήνα, 10 Σεπτεμβρίου 2001

Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2007

ΚΑΛΗ ΑΡΧΗ

«Καλοκαιρινές απώλειες»


Γυρνάς από τις διακοπές και μέσα στις σκονισμένες και ταλαιπωρημένες βαλίτσες, ανάμεσα στα ρούχα της χαλάρωσης, την άμμο από την αγαπημένη παραλία, τις πετρούλες που έχουν τρυπώσει στα παπούτσια σου, αναζητάς απεγνωσμένα εκείνο το φίλμ που «τραβήξαμε εκείνη την καταπληκτική μέρα στην θάλασσα», εκείνο «ξέρεις μωρέ που έχει τα ενσταντανέ από τη νυχτερινή αυτοκινητάδα», και «που μου φαίνεται ότι έχει και κανά δυο πόζες από το μεγάλο φαγοπότι με τα ψάρια».
Αναποδογυρίζεις λοιπόν τα πάντα μέσα στη μέση του σαλονιού, ψάχνεις στους πάτους της κάθε μικρής και μεγάλης τσάντας, ακόμα και στις σελίδες του ταλαιπωρημένου αλλά αδιάβαστου βιβλίου που έσερνες μαζί σου σε κάθε παραλία κι όμως τίποτα. Τζίφος. Το φιλμ άφαντο. Λες και την τελευταία στιγμή πήδηξε από το καράβι που σε γύριζε πίσω στο κλεινόν άστυ. Λες κι αυτοκτόνησε, για να μην αναγκαστεί να ζήσει το μαρτύριο της εκτύπωσης και της δημόσιας διαπόμπευσης, «κοίτα εδώ είμαστε που τρώμε..., που κάνουμε βουτιές..., που χαζεύουμε το ηλιοβασίλεμα...» κι άλλα τέτοια γραφικά και πρωτόφαντα!
Εμείς οι δραπέτες του Αυγούστου, οι εγκλωβισμένοι κάτοικοι μιας εφιαλτικής (αλλά και τόσο εκμαυλιστικής) πρωτεύουσας, εμείς οι βάρβαροι ξεριζωμένοι που αναζητούμε την γενέθλια γη (δικιά μας ή έστω και υιοθετημένη), εμείς οι άσωτοι γιοί και κόρες που θέλουμε πάντα να καταβροχθίζουμε τον μόσχο τον σιτευτό κατά την διάρκεια της επέλασης μας στους τόπους των πατέρων μας, εμείς είμαστε αυτοί που ευελπιστούμε να αποτυπώσουμε τις γλυκιές αναμνήσεις αυτού του νόστου στο σελυλόιντ. Λες και αν δεν γίνει αυτό οι διακοπές μας δεν υπήρξαν ποτέ. Χωρίς απτές αποδείξεις, χωρίς φωτογραφίες που πας;
Και ξαφνικά το φιλμ αποκτά δική του βούληση και υπόσταση κι εξαφανίζεται. Πάει για μια ακόμη φορά η κολυμπήθρα του Σιλωάμ! Πουθενά το τελευταίο καταφύγιο ξενοιασιάς! Λες και το εμφιαλωμένο νερό που μας σερβίρουν πια είναι το νερό της λήθης! Λες και αυτές οι φωτογραφίες θα μας σώζουν κάθε φορά από την κατάρα της λησμονιάς.
Γυρνάς λοιπόν από τις διακοπές σου από την πιο όμορφη άκρη του κόσμου (γιατί έτσι κι αλλιώς όλα είναι υποκειμενικά), και βρίσκεσαι να αντιμετωπίζεις την μεγαλύτερη καταστροφή ! Οι αναμνήσεις σου δεν αποτυπώθηκαν πουθενά.
Ευτυχώς. Ετσι δεν χρειάζεται να τις μοιραστώ με κανένα βάνδαλο που θα κάνει κριτική για την γωνία και το φλουτάρισμα του φακού, με κανέναν άσχετο που θα ρωτάει τι ψάρια ήταν αυτά που φαγώθηκαν και πόσο τα πληρώσαμε το κιλό, με κανέναν αδιάκριτο που θα επεκτείνει την ερώτηση στο «ποιός είναι αυτός με την βερμούδα» και στο «τι έγινε στο νυχτερινό μπάνιο».
Δόξα τω θεώ, τα καταφέραμε κι αυτή τη φορά!
Τώρα που δεν υπάρχουν πια οι αποδείξεις του εγκλήματος, τώρα που διέπραξα το αδίκημα και έχασα τους αδιάψευστους μάρτυρες, τώρα μπορώ να κλείσω τα μάτια (όποτε και όπου θέλω) και να ταξιδέψω πίσω. Να ντύσω την ανάμνησή μου με την τρυφερότητα της νοσταλγίας, να την καταβρέξω με λίγη από κείνη την ξεχωριστή θάλασσα, να την χρωματίσω ασπρόμαυρη και να την αφήσω να μου ψιθυρίζει ερωτόλογα.
Εγώ, ο δυστυχισμένος κάτοικος αυτής της μητρόπολης που λατρεύω, εγώ, το ξενιτεμένο τέκνο μιας γενναιόδωρης γαίας, εγώ, η άπιστη ερωμένη ενός τόπου που πάντα θα με περιμένει να γυρίσω, εγώ είμαι εκείνη που βιώνω με μια χαιρέκακη ανακούφιση το γεγονός ότι αυτές οι καλοκαιρινές μου διακοπές μπορεί και να θεωρηθούν γέννημα της φαντασίας μου.

ΥΣ: Αυτήν ήταν η μόνη που διεσώθη