Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2007

Επικήδειος

«Χωρίς τίτλο»

Σε είδα χθες στην κηδεία.
Φόραγες τα μαύρα της ψυχής σου.
Μου είπες για τις μέρες που δεν είναι πια εδώ.
Σε ρώτησα «γιατί;».
Μου είπες, «οι άγγελοι δεν πετούν πια».

Σε είδα σήμερα στο δρόμο.
Εσερνες τα μαύρα της ματιάς σου.
Μου είπες για τις σιωπές που έχασαν την φωνή τους.
Σε ρώτησα «γιατί;».
Μου είπες, «τα όνειρα ξεχάστηκαν σε βλέφαρα που δεν ξανάνοιξαν».

Σε είδα αύριο στον ύπνο μου.
Φόραγες τα άσπρα της καρδιάς μου.
Μου είπες για τα χρόνια που δεν έρχονται.
Σε ρώτησα «γιατί;».
Και δεν είχες απάντηση,
δεν ήσουν πια εκεί.


Μόνο θλίψη και οδύνη μπορεί να μας κάνει να αισθανθούμε ο θάνατος της ζωής στην Πάρνηθα. Αδιέξοδη πια η πορεία σ' αυτήν την γη που κάθε μέρα θα γίνεται έρημος.

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2007

Για σένα


Στάσου για να με δεις,
πλησίασε για να με κοιτάξεις,
ανάπνευσε για να με αγγίξεις.

Στάζουν οι έρωτες στο στρώμα,
κυλούν οι αγάπες απ΄το στόμα,
πεθαίνουν οι ήλιοι στο μπαλκόνι.

Τα λόγια μου δεν φτάνουν,
οι λέξεις μου δεν πιάνουν,
οι ήρωες μου δεν νικούν.

Κι όμως εσύ, πιστός φρουρός μιας άλλης ηδονής,
κι όμως εσύ, δικός μου οδηγός μιας άλλης φυγής,
κι όμως εσύ, δίπλα μου πάντα,
ν' ανάβεις τα φώτα.

ΥΣ: Ξέρεις εσύ..................

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2007

Λόγια του αέρα και του καύσωνα

Ελεγα, θα γράψω έναν λίβελλο,
και μούβγαινε μια χρωματιστή καλημέρα.
Ελεγα, θα φωνάξω μέχρι να μ’ ακούσουν στην άλλη άκρη της πόλης,
και ψιθύριζα συγγνώμες.
Ελεγα, θα σηκώσω το χέρι και θα το χτυπήσω με δύναμη στο τραπέζι,
και μοίραζα χάδια.
Ελεγα, θα φορέσω την χυδαιότητα και την αδιαφορία,
κι ανέτειλαν χαμόγελα.
Ελεγα, θα τα θυμάμαι όλα τα πικρά και τα αιχμηρά,
και πάθαινα αμνησία.
Ελεγα, θα κόψω τις κακές συνήθειες,
και ανακάλυπτα καινούργιες.
Ελεγα, θα ταξιδέψω σε άλλα πρόσωπα, σε άλλα σώματα,
και δεν έλυνα ποτέ τους κάβους.
Ελεγα, θα γράψω παραμύθια με ευτυχισμένο τέλος,
και οι ήρωες μου συνέχεια αυτοκτονούσαν.

Κι ύστερα τέλειωσαν οι λέξεις μου και μαζί τους και οι σιωπές.

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2007

ΩΔΕΣ


ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΦΥΓΗ

Αθήνα 12 Ιουνίου 2000

Θέλω να φύγω. Να εξαφανιστώ. Να μην αφήσω πίσω ίχνη και σημάδια.
Να μην θυμάται κανείς. Να μην ψάξει κανείς.
Θέλω να φύγω σε μια πορεία στρεβλή. Σε μια διαδρομή χωρίς συνοδεία.
Θέλω να φύγω από τα τετριμμένα, από τα τεκταινόμενα, από τα καθημερινά.
Από τα μικρά, από τα μεγάλα.
Δεν θέλω να ξέρω, δεν θέλω να αισθάνομαι, δεν θέλω ν’ αγαπώ.
Θέλω να μην υπήρξα ποτέ.
Να μην μ΄έχει ανάγκη κανένας.
Να μην μ’ αγαπάει κανείς.
Δεν θέλω να θυμάμαι. Δεν θέλω να περιμένω. Δεν θέλω να ονειρεύομαι.
Θέλω μόνο να παραληρώ. Να περιπλανιέμαι σ’ ένα σύμπαν άϋλο, αναίσθητο, αδιάφορο.
Θέλω να φύγω σ’ ένα ταξίδι που δεν θα το μάθεις.
Σε μια ζωή που δεν θα την αγγίξεις.
Σε σφαίρες που δεν θα τις φανταστείς.
Θέλω να φύγω, να εξαφανιστώ, να χαθώ, να νικηθώ ολοκληρωτικά από όλα εκείνα που με καταπιέζουν και με πληγώνουν. Να σταματήσω να αντιστέκομαι και να προχωρώ. Να σταματήσω να ξυπνάω με την πεποίθηση της καλύτερης μέρας.
Θέλω να φύγω.Κι είναι χαμένος ο χάρτης του μυαλού, και κλειστή η πίσω πόρτα.

ΥΣ: Σήμερα 7 χρόνια μετά ξαναδιαβάζοντας το παραπάνω κείμενο συνειδητοποιώ ότι η παραμονή χρειάσθηκε πολύ μεγαλύτερες αντοχές από την φυγή
....... Είμαστ' ακόμα εδώ.

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2007

ΩΔΕΣ


ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΧΑΡΑ
Γιάννης Βαρβέρης (Από την συλλογή «Στα Ξένα»)


«Τους φίλους σας να σκέφτεστε
χωρίς και αιτία και μνήμη, έτσι
αμίλητους σκυφτούς να περπατούν
έντονα να τους σκέφτεστε να κλαίτε
μόνο και μόνο γιατί υπάρχουν και δεν ξέρετε
πώς τον κοιτούν τον κόσμο αυτήν την ώρα.

Αυτή την ώρα που δεν κάνετε άλλο
παρά μονάχα σκέφτεστε τους φίλους
είναι όπως όταν απερίσπαστοι
ακούτε μουσική:
αλλά όταν σκέφτεστε τους φίλους απερίσπαστοι
χωρίς να κάνετε άλλο
ακούγεται σιγά μουσική.»

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2007

Εξαιρετικά Αφιερωμένο Σε Σένα

«Περί Νοσταλγίας και άλλων δεινών»

Καλοκαίρι του ’84.
Ετη φωτός μου μοιάζει πριν.
«Ριβιέρα» στην Βαλτετσίου, πριν γίνει πεζόδρομος, πριν μας πιάσει η λύσσα της αναπαλαίωσης νεοκλασσικών οικημάτων και συναισθημάτων, πριν αποφασίσουμε ότι να ζεις στα Εξάρχεια αποτελεί πολιτική στάση ζωής, πριν τα Εξάρχεια γεμίσουν νεο-ταβέρνες και μεταμοντέρνους αναρχικούς.
«Ριβιέρα». Πρώτη παράσταση 9 με 11. Ακόμα το φως δεν μας είχε εγκαταλειψει, ακόμα η ζωή δεν μας είχε απογοητεύσει.
“Chinatown” του Πολάνσκι.
Εγώ, ο Χρίστος, η Κατερίνα και ο Γιάννης.
Πριν μπούμε όλοι σε διαφορετικές σχολές του Πολυτεχνείου, πριν μπούμε σε διαφορετικές τροχιές αναζήτησης της ευτυχίας, πριν αποφασίσουμε ότι τα χνώτα μας δεν ταιριάζουν, πριν ανακαλύψουμε τις βασανιστικές ηδονές του σαρκίου μας, τις τόσο περίπλοκες και περιζήτητες. Όταν ακόμα θεωρούσαμε ότι πρέπει να σκοτεινιάσει για τα καλά στο θερινό σινεμά για να προχωρήσουμε σε αγγίγματα χεριών. Όταν θεωρούσαμε ότι πρέπει να ερωτευτείς για τα καλά πριν πεις σ’ αγαπώ.
Ο Τζακ Νίκολσον, βασιλιάς στο έρημο φράγμα.
Η Φέη Νταναγουέη, απόλυτα γυναίκα στην έρημη ζωή της.
Η σκοτεινή γοητεία του νουάρ, του καλοκαιριού, της νεανικής σάρκας που αδημονεί και ψάχνει τρόπο να εκτονωθεί.
Την θυμάμαι την ταινία λες και την είδα χθες. Όλες οι υπόλοιπες φορές που την ξαναείδα, συμπυκνώθηκαν στην πρώτη.
Και τον Γιάννη με το νάρθηκα στο χέρι τον θυμάμαι.
Και τις άβολες καρέκλες. Και τις αμήχανες κουβέντες στο διάλλειμα.
Και την Κατερίνα που πάντα την κυνηγούσε η ώρα και ο πατέρας της.
Και τον Χρίστο που περίμενε να σβήσουν τα φώτα στο δεύτερο μισό για να μου πιάσει το χέρι.
Καλοκαίρι του ‘07.
Εξω από την «Ριβιέρα».
Στην βραδυνή παράσταση. 11 με 1.
«Σκούρομπλέσχεδόνμαύρο». Ενός πρωτοεμφανιζόμενου Ισπανού που θέλει να πατήσει στα χνάρια του Αλμοδόβαρ.
Μόνη μου.
Να χαζεύω το πολύχρωμο λαό που περπατάει στον πεζόδρομο της Βαλτετσίου, να μυρίζω το φαγητό που καταλώνεται στις διπλανές «Γιάντες», να κλωτσάω την ώρα να περάσει για να αρχίσει η προβολή.
Να κλωτσάω τις μέρες για να φτάσουν οι διακοπές.
Χωρίς τον Γιάννη, που πια μιλάμε στο τηλέφωνο κάθε δύο χρόνια.
Χωρίς την Κατερίνα που μετά από 16 χρόνια φιλίας αποφάσισε ότι έχουμε εξαντληθεί.
Χωρίς τον Χρίστο που δεν θα μου ξαναμιλήσει ποτέ.
Ενα ζευγάρι από δύο άντρες στα σαράντα πέντε τους σταματάει μπροστά μου.
Αγγίζονται, κοιτιούνται μιλάνε σε χαμηλούς χαιδευτικούς τόνους, φεύγουν.

Τι να πώ; Οτι έφυγε μια ζωή χωρίς να την καταλάβω;
Φριχτά ψέμματα.
Την έζησα, την κυνήγησα, την απείλησα, την αντιμετώπισα.
Μαζί με αυτούς που υπήρξαν, μαζί μ’ αυτούς που υπάρχουν τώρα.

Τι να πω; Οτι τότε είμασταν αθώοι και τώρα όχι;
Και τώρα αθώα είμαι όταν σε κοιτάω στα μάτια και σου λέω ότι σε λατρεύω.

Τι να πω; Οτι δεν μετανιώνω;
Φριχτή αλαζονεία.
Μετανιώνω και λυσσάω που δεν έκανα τα πράγματα διαφορετικά.
Αλλά τώρα πια δεν έχω άλλες εναλλακτικές. Παρά να γράφω και να παρατηρώ. Να παρατηρώ και να γράφω.
Και να κλωτσάω τον χρόνο περιμένοντας να ξεκινήσει η βραδυνή παράσταση, μια που κανείς δεν θα με μαλώσει αν γυρίσω στο σπίτι αργά.

Μονον εσύ θα με περιμένεις για να μου φυλάς τον ύπνο.

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2007

Καλοκαιρινές Απώλειες

Γυρνάς από τις διακοπές και μέσα στις σκονισμένες και ταλαιπωρημένες βαλίτσες, ανάμεσα στα ρούχα της χαλάρωσης, την άμμο από την αγαπημένη παραλία, τις πετρούλες που έχουν τρυπώσει στα παπούτσια σου, αναζητάς απεγνωσμένα εκείνο το φίλμ που «τραβήξαμε εκείνη την καταπληκτική μέρα στην θάλασσα», εκείνο «ξέρεις μωρέ που έχει τα ενσταντανέ από τη νυχτερινή αυτοκινητάδα», και «που μου φαίνεται ότι έχει και κανά δυο πόζες από το μεγάλο φαγοπότι με τα ψάρια».

Αναποδογυρίζεις λοιπόν τα πάντα μέσα στη μέση του σαλονιού, ψάχνεις στους πάτους της κάθε μικρής και μεγάλης τσάντας, ακόμα και στις σελίδες του ταλαιπωρημένου αλλά αδιάβαστου βιβλίου που έσερνες μαζί σου σε κάθε παραλία κι όμως τίποτα. Τζίφος. Το φιλμ άφαντο. Λες και την τελευταία στιγμή πήδηξε από το καράβι που σε γύριζε πίσω στο κλεινόν άστυ. Λες κι αυτοκτόνησε, για να μην αναγκαστεί να ζήσει το μαρτύριο της εκτύπωσης και της δημόσιας διαπόμπευσης, «κοίτα εδώ είμαστε που τρώμε..., που κάνουμε βουτιές..., που χαζεύουμε το ηλιοβασίλεμα...» κι άλλα τέτοια γραφικά και πρωτόφαντα!

Εμείς οι δραπέτες του Αυγούστου, οι εγκλωβισμένοι κάτοικοι μιας εφιαλτικής (αλλά και τόσο εκμαυλιστικής) πρωτεύουσας, εμείς οι βάρβαροι ξεριζωμένοι που αναζητούμε την γενέθλια γη (δικιά μας ή έστω και υιοθετημένη), εμείς οι άσωτοι γιοί και κόρες που θέλουμε πάντα να καταβροχθίζουμε τον μόσχο τον σιτευτό κατά την διάρκεια της επέλασης μας στους τόπους των πατέρων μας, εμείς είμαστε αυτοί που ευελπιστούμε να αποτυπώσουμε τις γλυκιές αναμνήσεις αυτού του νόστου στο σελυλόιντ. Λες και αν δεν γίνει αυτό οι διακοπές μας δεν υπήρξαν ποτέ. Χωρίς απτές αποδείξεις, χωρίς φωτογραφίες που πας;

Και ξαφνικά το φιλμ αποκτά δική του βούληση και υπόσταση κι εξαφανίζεται. Πάει για μια ακόμη φορά η κολυμπήθρα του Σιλωάμ! Πουθενά το τελευταίο καταφύγιο ξενοιασιάς! Λες και το εμφιαλωμένο νερό που μας σερβίρουν πια είναι το νερό της λήθης! Λες και αυτές οι φωτογραφίες θα μας σώζουν κάθε φορά από την κατάρα της λησμονιάς.

Γυρνάς λοιπόν από τις διακοπές σου από την πιο όμορφη άκρη του κόσμου (γιατί έτσι κι αλλιώς όλα είναι υποκειμενικά), και βρίσκεσαι να αντιμετωπίζεις την μεγαλύτερη καταστροφή ! Οι αναμνήσεις σου δεν αποτυπώθηκαν πουθενά.

Ευτυχώς. Ετσι δεν χρειάζεται να τις μοιραστώ με κανένα βάνδαλο που θα κάνει κριτική για την γωνία και το φλουτάρισμα του φακού, με κανέναν άσχετο που θα ρωτάει τι ψάρια ήταν αυτά που φαγώθηκαν και πόσο τα πληρώσαμε το κιλό, με κανέναν αδιάκριτο που θα επεκτείνει την ερώτηση στο «ποιός είναι αυτός με την βερμούδα» και στο «τι έγινε στο νυχτερινό μπάνιο».

Δόξα τω θεώ, τα καταφέραμε κι αυτή τη φορά!
Τώρα που δεν υπάρχουν πια οι αποδείξεις του εγκλήματος, τώρα που διέπραξα το αδίκημα και έχασα τους αδιάψευστους μάρτυρες, τώρα μπορώ να κλείσω τα μάτια (όποτε και όπου θέλω) και να ταξιδέψω πίσω. Να ντύσω την ανάμνησή μου με την τρυφερότητα της νοσταλγίας, να την καταβρέξω με λίγη από κείνη την ξεχωριστή θάλασσα, να την χρωματίσω ασπρόμαυρη και να την αφήσω να μου ψιθυρίζει ερωτόλογα.Εγώ, ο δυστυχισμένος κάτοικος αυτής της μητρόπολης που λατρεύω, εγώ, το ξενιτεμένο τέκνο μιας γενναιόδωρης γαίας, εγώ, η άπιστη ερωμένη ενός τόπου που πάντα θα με περιμένει να γυρίσω, εγώ είμαι εκείνη που βιώνω με μια χαιρέκακη ανακούφιση το γεγονός ότι αυτές οι καλοκαιρινές μου διακοπές μπορεί και να θεωρηθούν γέννημα της φαντασίας μου.

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2007

Heat wave/Καύσωνας;

Μεσούντος του καύσωνος, στην πόλη που λατρεύεις και μισείς,

αναζητάς τα θαυμαστικά/θαύματα στο τέλος των φράσεων,

και κάθεσαι και χαζεύεις/χαϊδεύεις του μικρούς δυνάστες,

τους μικρούς θεούς που τρυπώνουν στο σπίτι,

που θρονιάζονται στον καναπέ και απαιτούν προσοχή,

που ανοίγουν το ψυγείο και εκλιπαρούν τροφή,

που κοιμούνται στα σεντόνια κι απομυζούν ζωή.

Μεσούσης της ανίας, στις διαδρομές της επιστροφής και της φυγής,

αναζητάς τα ερωτηματικά/ερωτήματα στην άκρη του κόσμου,

και κάθεσαι και κλαις/κυλάς στις απορροές,

και καλωσορίζεις τους μικρούς θεούς που μετανιώνουν,

που αποσύρονται και παρασύρονται σε όργια γέλιου,

που δηλώνουν παρόντες-απόντες.

Μικροί θεοί που τεμπελιάζουν στις σκιές της βεράντας και της ανοχής,

μικροί θεοί που ψεύδονται ασύστολα στις παρυφές της αντοχής,

μικροί θεοί που εκμεταλλεύονται....

Κι ήρθαν τα αποσιωπητικά να συμπληρώσουν το παραλήρημα!


ΥΣ: Εξαιρετικά αφιερώμενο στην 3parties a day. Γιατί της το υποσχέθηκα και γιατί υποψιάζομαι ότι μπορεί και να της ταιριάζει!


Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2007

Κάτι και κάτι ακόμα


Μια σιωπή και μια δεύτερη.
Μια αναπνοή και μια εφεδρική.
Μια στιγμή, ένας κύκλος ζωής.

Ποιός σού ΄πε ότι ο χρόνος μπορεί να χωρέσει σε ρωγμές;
Ποιός σού ΄ταξε πυροτεχνήματα σε νύχτες άχρωμες;

Μια αγάπη και μια δεύτερη.
Μια τσουλήθρα και μια παιδική χαρά.
Ενα καρουσέλ, μια πίστα συγκρούομενα.

Ποιός σου μαρτύρησε τα κλειδωμένα λόγια;
Ποιός σου νανούρισε τα περασμένα χρόνια;

Ενας έρωτας κι ένας δεύτερος.
Ενας θάνατος κι ένας ακόμα.
Μια κλεμένη ώρα, μια άλλη διάσταση.

Ηταν ένα στοίχημα αναποφάσιστο.
Που δεν ήξερε αν θα πρέπει να χαθεί ή να κερδηθεί.
Ηταν ένας στίχος αναποφάσιστος.Που δεν ήξερε που να αφιερωθεί.


ΥΣ: Αφιερωμένο στο διαδικτυακό φίλο μου ilias dimopoulos, που τώρα τελευταία με τα λυπημένα του τραγούδια με ταξιδεύει. Εστω κι αν ο τελευταίος στίχος είναι λίγο δίβουλος.

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2007

5. "Φίλοι και εραστές"


Καιγόταν. Ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός. Τον ένιωθε να της κατακαίει το στήθος, να περνάει το δέρμα να της καίει τα σωθικά, να μην την αφήνει να χαλαρώσει, να ηρεμήσει, να σκεφτεί. Σηκώθηκε, ισορρόπησε πάνω στις πέτρες της παραλίας και έπεσε στην θάλασσα. Το νερό δροσερό, ευεργετικό, την πήρε μαζί του, την παρέσυρε. Κολύμπησε λίγο, απομακρύνθηκε κι ύστερα ξαναγύρισε προς την παραλία. Εκλεισε τα μάτια, πήρε αναπνοή, βούτηξε το κεφάλι της στο νερό και άρχισε να βγαίνει.
Κάτω από το αλμυρίκι η Μαρία την παρακολουθούσε να βγαίνει από την θάλασσα, να στραγγίζει τα μαλλιά της, να τα μαζεύει ψηλά, να σκουπίζεται με την πετσέτα κι ύστερα λίγο πριν σωριαστεί ξανά στις πέτρες της παραλίας, της έκανε νόημα να έρθει κι εκείνη κάτω από την πολύτιμη σκιά του μοναδικού δέντρου, τουλάχιστον, σ’ αυτήν την άκρη του κόλπου.

«Πού τους άφησες, σύζυγο και γιό;». Η ‘Αννα ρωτούσε για να ρωτήσει. Ήξερε ότι ο Σήφης και ο Λευτέρης σπάνια κατέβαιναν τέτοια ώρα στην παραλία. Ο πρώτος απολάμβανε τον μεσημεριάτικο του ύπνο κι ο δεύτερος όλο και κάπου θα ξόδευε την απίστευτη ενέργεια που τον τυρρανούσε.
«Μπορούν να ζήσουν και χωρίς εμένα κάποιες ώρες. Βαρέθηκα μόνη μου επάνω και ήρθα να σου κάνω παρέα. Τόσες μέρες είσαι εδώ και μια στιγμή μόνες μας δεν βρεθήκαμε». Η ήρεμη Μαρία, η πάντα προσγειωμένη Μαρία, έμπαινε αμέσως στο θέμα. Η ‘Αννα έκατσε δίπλα της, ακούμπησε την πλάτη της στο αλμυρίκι, άπλωσε τα πόδια της, άναψε τσιγάρο και περίμενε.
«Χάνεσαι με τις ώρες βρε ‘Αννα. Κι ύστερα εμφανίζεσαι από το πουθενά, αμίλητη, απόμακρη και καπνίζεις. Δεν κοιμάσαι, δεν τρως, δεν χαλαρώνεις. Αυτές δεν είναι διακοπές καρδιά μου».

Έκανε ζέστη. Μια ζέστη ακίνητη, απρόσωπη, ουδέτερη. Το μελτέμι είχε σταματήσει εδώ και δυό μέρες. Κι όλοι περίμεναν πότε θα ξανάρχιζε. Νότιος ο τόπος, δεινοπαθούσε χωρίς τον ευεργετικό αέρα. Ακόμα και η θάλασσα δεν μπορούσε να τους λυτρώσει από την ζέστη.
«Χαμένος κόπος. Είναι πολύ παντρεμένος. Τι ζητάς ύστερα από τόσα χρόνια;». Η Μαρία ήξερε χωρίς να της έχει πει κουβέντα η Άννα. Το έβλεπε στο βλέμμα της φίλης της. Ο Μανόλης και η ‘Αννα ζούσαν ξανά την ίδια ιστορία με τότε. «Μόνο που τα πράγματα άλλαξαν, Άννα. Έχει παιδιά, έχει γυναίκα, έχει συγγενείς, έχει μια ζωή οργανωμένη, κι εδώ είναι στενός ο τόπος. Εσύ πόσο θα κάτσεις ακόμα; Σε λίγες μέρες θα φύγεις, θα γυρίσεις στην Αθήνα. Αξίζει να τον αναστατώσεις;»

Η Άννα έσβησε το τσιγάρο στις πέτρες. Δεν είχε απάντηση. Δεν είχε δικαιολογία. Δεν είχε ηρεμία. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν πώς θα περνούσε η ώρα, να φτάσει οκτώ, να πάρει το αυτοκίνητο και να ανηφορίσει κατα το μετόχι του Ταξιάρχη για να συναντήσει τον Μανόλη.
«Θα αρχίσουν να μιλάνε. Να λένε. Πάντα θα λένε, βρε Άννα μου. Αφού τους ξέρεις, την αφορμή γυρεύουν. Κι εσύ από αφορμές, άλλο τίποτα. Μεγαλώσαμε πια. Δεν είναι όπως τότε. Πιο εύκολα σε βρίσκει τώρα ο πόνος. Πιο εύκολα σε νικά η απογοήτευση. Τόσα χρόνια έχεις να κάνεις διακοπές, τι θες και μπλέκεσαι;».

‘Αδεια ήταν η παραλία. Δύσκολη και η ώρα. Περασμένες τέσσερεις. Δύσκολες και οι μέρες. Οι τελευταίες του Αυγούστου. Σιγά σιγά άδειαζε το χωριό από τους μετανάστες του καλοκαιριού. Έφευγαν αυτοί που έπρεπε να γυρίσουν πίσω στις κανονικές τους ζωές, έμεναν εκείνοι που έτσι κι αλλιώς θα έμεναν. Δύσκολες πια και οι δικαιολογίες που έβρισκε ο Μανόλης για να ξεφέυγει. Κι όμως η αίσθηση ήταν ακόμη η ίδια. Ο ήχος από τον έρωτα ο ίδιος. Η λαχτάρα, ο ιδρώτας, η προσμονή. Κι ας είχαν αλλάξει τα κορμιά. Κι ας είχαν φορτωθεί μνήμες από άλλα σώματα, συνήθειες από άλλους συντρόφους.

Κι ας έλειπαν τα λόγια, οι υποσχέσεις, τα σχέδια για το μέλλον. Κανέναν δεν πλήγωναν. Κανέναν δεν τιμωρούσαν. Ένα ταξίδι ήθελαν να κάνουν. Στο χρόνο, στις μνήμες, στις απώλειες.

«Μην ανησυχείς. Δεν πρόκειται να μάθει κανείς τίποτα. Ετσι κι αλλιώς σε λίγες μέρες θα γυρίσω στην Αθήνα και αυτή η ιστορία θα τελειώσει ξανά. Δεν θα αλλάξουν οι ισορροπίες». «Δεν ανησυχώ για τις ισορροπίες, καρδιά μου. Για σένα ανησυχώ που πάντα κυνηγάς αυτό που δεν μπορείς να έχεις και πάντα φεύγεις πριν αγωνιστείς για να το αποκτήσεις».
Πάντα θα ανησυχούσε η Μαρία. Έτσι είχε μάθει. Ν’ ανησυχεί και να είναι εκεί. «Έλα πάμε να κάνουμε μια βουτιά. Αυτή η ζέστη σήμερα είναι ανυπόφορη».

Σηκώθηκε και προχώρησε προς την θάλασσα. Πίσω της η Άννα. Η παραλία άδεια. Ηταν μόνες τους.
Δυο γυναίκες, δύο φίλες από πάντα μέσα σε μια έρημη θάλασσα, να κολυμπούν η μία δίπλα στην άλλη. Να ξεμακραίνουν από την ακτή. Να ανοίγονται στα βαθιά. Να σταματούν για να πάρουν ανάσα. Κι ύστερα πάλι να ξαναγυρνούν, να κατευθύνονται προς τα πίσω. Να βγαίνουν από την θάλασσα και να ξαπλώνουν στις ζεστές πέτρες. Ν’ αφήνονται ακίνητες στον απογευματινό ήλιο να τις στεγνώσει, να τις ζεστάνει, να τις αποχαυνώσει. Μαζί σε μια σιωπή που γιάτρευε.

ΥΣ: Κομμάτι από το βιβλίο που με παιδεύει 1,5 χρόνο τώρα.

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2007

Μικρος ερωτικός λόγος


Μου είπε : «Τελικά αυτή η εμμονή σου με τις φωτογραφίες της Μαίρυλιν με κάνει να πιστεύω ότι θέλεις να της μοιάσεις. Θέλεις να παραδώσεις τα κλειδιά στον άνδρα και να αφεθείς».

Μερικές φορές οι φίλοι έχουν ψυχαναλυτική διάθεση. Σε κοιτούν και βλέπουν την σκέψη σου ν’ απλώνεται σε σκοτεινές ατροπούς και την ψυχή σου να κατακερματίζεται σε μικρά ευανάγνωστα γραμματάκια της αλφαβήτου.

Να παραδίνεσαι στις αισθήσεις σου.
Ν’ αφήνεις τα χέρια να σε ψάξουν. Να σε ανακαλύψουν. Να τρέξουν πάνω σου.
Να κλείνεις τα μάτια να μην δεις τους πόθους.
Ν’ ανατριχιάζεις από τις ανάσες που πλανιούνται στο δέρμα σου.
Να δίνεσαι κι ύστερα να αποτραβιέσαι πίσω.
Να μιλάς ψιθυριστά και να εκστομίζεις λέξεις που δεν είχες ποτέ αποτολμήσει.
Να γίνεσαι τολμηρή κι ύστερα να κρύβεις το πρόσωπο σου.
Να γεύεσαι τα στόματα.
Να έχεις στην άκρη της γλώσσας σου την πίκρα και την αλμύρα των χυμών του άλλου σώματος.
Να δίνεσαι κι ύστερα να αποτραβιέσαι πίσω.
Να μπλέκονται τα δάχτυλα στα μαλλιά σου κι ύστερα να εισέρχονται στις σκοτεινές άκρες του κορμιού.
Να μαζεύονται οι στάλες του ιδρώτα στο μαξιλάρι.
Να οσφρίζεσαι τις εντάσεις.
Να μυρίζεις και να μυρίζεσαι.
Να στραγγίζεις.
Να ουρλιάζεις.
Να σωπαίνεις.
Κι ύστερα πάλι να δίνεσαι και ν’ αποτραβιέσαι πίσω.
Κι εκείνη πάντα εκεί, στην ασπρόμαυρη εικονική της πραγματικότητα.
Με το βλέμμα της να καρφώνεται πάνω μου.
Να σταυρώνει ηδονικά τις γάμπες της.
Να παίζει παιχνίδια λαγνείας με τον φακό.
Κι εγώ να μαζεύω τις ανορθόγραφες λέξεις της ηδονής μου, να θάβω ζώντες και τεθνεώντες έρωτες, και να κρατάω πάντα σφιχτά στο χέρι τα κλειδιά μου.

Μερικές φορές οι φίλοι χτυπάνε διάνα με την ψυχαναλυτική τους διάθεση. Αλλες φορές πάλι όχι.

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2007

AΝΤΙΟ

Αφιερωμένο στη Μαρία Παρνασσά

Αντίο Μαράκι. Φίλη των παιδικών μου χρόνων. Ήσουν η ανεμελιά μου, τα εφηβικά μου καλοκαίρια. Τα νερά του Λούσιου μαζί με σένα, πήραν και τα νιάτα μου. Τα νιάτα μας. Μετά την Τετάρτη, στις 16:20 που σε βρήκαν -εκεί ακριβώς που είπες στη Νίκη ότι θα ήσουν, στην Πύλη δίπλα στην πηγή- δεν αισθάνομαι πια νέος. Νιώθω την κάθε μέρα των 38 μου χρόνων να βαραίνει πάνω μου. Εσύ τουλάχιστον το γλίτωσες αυτό. Θα μείνεις για πάντα στα 36. Νέα, ωραία κι αγέραστη στη μνήμη μας. Καλό σου ταξίδι. Μακάρι, εκεί που πας, να έχει άλογα που τόσο αγαπούσες. Κι αν δεις την Κατερίνα, πες της ότι ακόμα μου χρωστάει ένα αντίο.

Από τον Νίκο Μ.

ΥΣ:O Νίκος μου το ζήτησε κι εγώ δεν μπορούσα παρα να τον φιλοξενήσω στο σπίτι μου.

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2007

Εξαιρετικά Αφιερωμένο στον Νίκο Μ.

Ο ίδιος χορός.

Τα ίδια βήματα.

Οι ίδιες φιγούρες.

Τα ίδια παραπατήματα.

Ο στροβιλισμός της επανάληψης.

Η απογοήτευση της στασιμότητας.

Ο πανικός του εγκλωβισμού.

Μια ζωή που προσδιορίζεται από τις ίδιες πάντα συντεταγμένες.

Τα αόρατα όρια.

Κάθε φορά η ίδια υπόσχεση της τελευταίας φοράς.

Τα αόρατα σχονιά που πάντα σε τραβούν πίσω.

Οι εβδομάδες που γράφονται πια με τα σημάδια της χαλάρωσης πάνω στο κορμί.

Κι εσύ γυρίζεις γύρω-γύρω, γιατί δεν ξέρεις αλλιώς πώς να ισορροπήσεις,

Σε μια πορεία δανεικιά.

Σε μια παράσταση με το ίδιο τέλος.

Ιδια τα πρόσωπα.

Ιδιες οι μάσκες.

Ιδιες οι φωνές.

Ιδιες οι κραυγές.

Ιδια τα δάκρυα.

Είναι απίστευτο πόσο μπορούν να σε λυτρώσουν οι λέξεις, οι αραδιασμένες πάνω στο χαρτί.

Λέξεις που μόνες του, ξεκομένες δεν σημαίνουν τίποτα.

Οταν όμως μπαίνουν η μία πίσω από την άλλη, όταν κτίζουν προτάσεις, όταν ζωγραφίζουν αισθήσεις και συναισθήματα, τότε αποκτούν ειδικό βάρος και μαγικές ιδιότητες.

Είναι όμως μερικές φορές που ακόμα κι αυτές δεν φτάνουν.

ΥΣ: Μερικές φορές τα πράγματα μοιάζουν να μην μπορούν ν' αλλάξουν, τότε είναι που χρειάζεται η τελευταία αναπνοή Νίκο μου για να βγεις στην επιφάνεια. Να θυμάσαι ότι σ' αγαπάω.





ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΑΛΙΑ

Μην πάρεις φακελάκι - Μην δώσεις φακελάκι


«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του.»

(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)

«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας...»

(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)

Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες νεόπλασμα.

Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια κι επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Εκτός από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.

Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.

Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον Ορκο του Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.

«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»

(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:

«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας.»

Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:

* ΝΑ ΛΗΦΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ

* ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ

* ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ

* ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.

* ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.

* ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ


ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.



Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων