Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Περί ρατσισμού και άλλων δεινών


To να είναι κάποιος έξαλλος δεν είναι και πολύ καλός σύμβουλος
στην γραφή.
Και επίσης σε καμία άλλη εκδήλωση της ζωής.
Αν και ο θυμός μπορεί να γίνει κινητήρια δύναμη για
πολλά πράγματα, το εν βρασμώ ψυχής δεν μπορεί να
αποτελέσει επαρκή δικαιολογία για άλλα τόσα.
Παραπατώντας και παραπαίοντας ανάμεσα στην προσωπική
επικοινωνία και τον γραπτό λόγο βίωσα και βιώνω έρωτες και
φιλίες.
Αλλες φορές η γραφή είναι η ρυθμιστική βαλβίδα που
εκτονώνει ενίοτε την ένταση,

κι άλλες γίνεται πάλι η ταφόπλακα μιας σχέσης.
Ετσι περνώντας ο καιρός κατατείνω να πιστεύω ότι
«Εν αρχή είναι ο Λόγος».
Ο προφορικός, ο συνοδευόμενος με χειρονομίες,
εκφράσεις προσώπου,εντάσεις φωνής, αποχρώσεις ματιών και
γιατί όχι και αφές.

Μερικές φορές όμως το γραπτό κείμενο είναι η μόνη
διέξοδος και δίοδος επικοινωνίας.
Ετσι λοιπόν όταν καταλαγιάσει η αψάδα του θυμού και
η πραγματικότητα έρχεται να σου θυμίσει ποιές είναι
οι προτεραιότητες, τότε ξανακοιτάς το κείμενο σου,
στρογγυλεύεις τις άκρες, χτενίζεις την πικρία,
γλυκαίνεις τις σιωπές ανάμεσα στις γραμμές
και λες αυτό που θα ήθελες να πεις πιο χαμηλόφωνα.
Λέω , ή μάλλον γράφω κι εγώ λοιπόν :
Εμείς οι άνθρωποι είμαστε ρατσιστές
(όλο το ανθρώπινο είδος, ανεξαρτήτου χρώματος,
καταγωγής και κοινωνικής τάξης).
Κι εξαιτίας αυτού του ρατσισμού, που υποψιάζομαι
ότι τρέχει στο
DNA μας, πάντα είμαστε έτοιμοι
να κάνουμε ένα σχόλιο, λιγότερο ή
περισσότερο πικρόχολο για τον συνάνθρωπο μας.
Κάτι μεταξύ αστείου και σοβαρού.
Μεταξύ γυμνασιακής χοντράδας και αφ΄υψηλού
ενατένισης των Άλλων.
Κι ακόμα και τις φορές που δεν το εκφράζουμε μεγαλόφωνα,
σίγουρα το σκεφτόμαστε.
Έτσι κι αλλιώς ένα και το αυτό είναι.
Κι αφού λοιπόν όλοι μας είμαστε ρατσιστές,
έχουμε και όλοι μας υποστεί αυτόν τον
ίδιο τον ανεξέλεγκτο ρατσισμό από τους άλλους στο πετσί μας.
Αλλοι περισσότερο κι άλλοι λιγότερο.
Μόνο που όλο αυτό, είναι το παιχνίδι της
επικοινωνίας.
Το παιχνίδι της συγκεκριμένης κοινωνίας που εμείς
οι ίδιοι έχουμε κατασκευάσει.
Το φαίνεσθαι και το είναι.
Η σκιά και το φως.
Το φανερό και το κρυμμένο.
Ευτυχώς που για μερικούς το παιχνίδι σταματάει
ακριβώς εκεί.
Από κει και πέρα ξεκινά η διαβάθμιση και
η σοβαρότητα του ρατσισμού που εκφράζουμε.
Από το σχόλιο στην έμπρακτη εκδήλωση του οποιουδήποτε
ρατσισμού απέναντι στο συνάθρωπο μεσολαβεί
μια άβυσσος.
Η συνειδητοποίηση ότι όλοι μας είμαστε διαφορετικοί
και όλοι έχουμε ακριβώς το ίδιο δικαίωμα με τον
διπλανό μας στην ζωή νομίζω ότι
αποτρέπει κάποιους από εμάς να την διαβούμε αυτήν την
άβυσσο.
Εχοντας περάσει από σχολεία όπου έφαγα με το κουτάλι
την απόρριψη επειδή ήμουν πολύ καλή μαθήτρια,
από πολυτεχνεία και άλλα ευαγή ιδρύματα όπου τα κιλά
και η εξωτερική εμφάνιση έπαιζαν τεράστιο ρόλο στην
ερωτική προσεγγιση, από δουλειές αποκλειστικά
ανδροκρατούμενες όπου το φύλο καθόριζε τον αυτονόητο
επαγγελματισμό και συνεπώς και το ύψος της αμοιβής,
από νοσοκομεία όπου το φακελάκι σου εξασφάλιζε λίγη
επιπλέον ζωή, από σχέσεις που ο οικογενειακός και
ο κοινωνικός περίγυρος μετά βδελυγμίας αποκήρυσσε,
από πολιτικούς χώρους όπου η αντίρρηση σε εξίσωνε με τον
μπάτσο-γουρούνι-δολοφόνο, μπορώ να μιλάω έστω
και εξ απαλών ονύχων για το ρατσισμό της καθημερινότητάς
μας.

Ετσι λοιπόν, εν μέρει απολογούμενη και κάνοντας την
αυτοκριτική μου και εν μέρει προασπιζόμενη ένα
αναφαίρετο δικαίωμα στο να λέω την γνώμη μου,
θέλω να πιστεύω ότι τα σεξιστικά σχόλια που
κατά καιρούς εκτοξεύω κρυφίως και λίγο συνομωτικά
προς «ανυπεράσπιστους» συναθρώπους μου είναι αθώα
ή αν θέλετε δεν κρύβουν τίποτα άλλο παρά μια θεώρηση
του φαίνεσθαι στιγμιαία και παροδική.
Και σίγουρα δεν εμπεριέχουν τίποτα αμιγώς ρατσιστικό και
κακοπροαίρετο, μιας που κι εγω η ίδια έχω τύχει
μιας τέτοιας αντιμετώπισης.
Σαφέστατα και κάνω λάθος όταν χαρακτηρίζω κάποιον
που τον ξέρω μόνον εξ όψεως και εξ ολίγης συνανστροφής
με οποιοδήποτε μειωτικό επίθετο σεξουαλικού προσανατολισμού.
Μόνο που εκφράζω αυτό που πέρασε φευγαλέα από το μυαλό μου.
Και το οποίο στηρίχτηκε σε κάποιες παρατηρήσεις,
έστω και σύντομες, έστω και παραπλανητικές,
και σε κάποια ερεθίσματα τα οποία συνέλεξα από το αντικείμενο
του χλευασμού μου.
Από κει και πέρα όμως, είμαι διατεθειμένη να δώσω και
σε εκείνο και σ’ εμένα 100+1 ευκαιρίες να με πείσει
ότι σφάλλω οικτρά και ότι θα πρέπει
να καταπιώ την γλώσσα μου.
Το μόνο που τελικά προσπαθώ να αρθρώσω εδώ, είναι ότι πολύ απλά το
παιχνίδι της ζωής έχει εξαιρετικά σκληρούς κανόνες και καλά
θα κάνουμε να τους αναγνωρίζουμε.
ΥΣ: Γραμμένο εδώ και κάμποσο καιρό αυτό το κείμενο, το αναρτώ τώρα, όντας λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων αρκετές μέρες της βδομάδας εκτός του άστεως, θεωρώ ότι αυτή είναι η πιο ακατάλληλη στιγμή για θυμούς.

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2007

Αναστολή

Κλειστόν λόγω ανειλλημένων (και αλλειμένων θα τολμούσα να πω) υποχρεώσεων και εξωγενών και ενδογενών παραγοντων για λίγες μέρες.

Οπως έλεγε παλιότερα και η ΥΕΝΕΔ, Διάλειμμα ολίγων λεπτων.

See you around.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2007

95η Ανάρτηση

Ακούω ένα αναπάντεχο τραγούδι, της βροχής και της απόστασης.
Το σπίτι είναι μόνο του.
Αναπνέει μόνο του.
Εξω τα βαρομετρικά είναι εξαιρετικά χαμηλά κι ο αέρας ταλαιπωρεί ανελέητα τις γλάστρες μου.
Το φως κατευθείαν πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή για να διαθλαστεί στα μαύρα πλήκτρα και να απλωθεί ελάχιστα στο χώρο.
Το αλκοόλ πάντα συνοδευτικό.

Μου λείπει η μυρωδιά του καπνού.
Εντονη η παρόρμηση να το ξαναρχίσω. Van Nelle σε στριφτό σκέφτομαι.


Ακούω μια απρόσμονη μουσική.
Της εγγύτητας και του απόμακρου.
Μαζί και χώρια.
Μου θυμίζει τους καινούργιους έρωτες.
Εκείνους που ξακρίζουν στην γωνία, κι εσύ αναζητάς μάταια τα γυαλιά σου για να τους διακρίνεις.
Κι ύστερα κρύβονται στις πτυχές από το πολύχρωμο πουλόβερ και περιμένουν τις ώρες της τόλμης για να ξεμυτίσουν.

Ακούω μια μουσική που κάτι μου θυμίζει.
Μπορεί να είναι το
nearness of you, μπορεί και να μην είναι τίποτα.
Ψάχνω στις παρατημένες μου αναμνήσεις να την βρω.
Στα ασπρόμαυρα φίλμ ενός άλλου αιώνα.
Στις αποτυπώσεις ενός πόθου σκοτεινού.

Ακούω μια μουσική που με κάνει να την θέλω απεγνωσμένα.
Σαν την τελευταία σταγόνα από μια ηδονή που στερήθηκα.
Σαν την στριφογυριστή σκάλα μιας αγάπης που δεν ανέβηκα ποτέ.
Σαν την υπόσχεση που μου έδωσες όταν συναντήθηκαν οι λέξεις μας.
Σαν την φαντασίωση που με αποκοιμίζει κάθε βράδυ.
Τόσο κοντά, τόσο μακριά.
Τόσο καινούργιο, τόσο γνώριμο.

Ακούω μια μουσική σ΄ένα σκοτεινό σπίτι, παραμονές μιας βροχής που ήρθε επιτέλους, κρατώντας συντροφιά στον εαυτό μου, όπως πάντα.

Βράδυ Δευτέρας. Οπως πάντα.

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2007

Αγαπημένο Βρωμο-Δουβλίνο

Οι εντυπώσεις ενός περιηγητή (άσκοπου) από ένα σκόπιμο και προγραμματισμένο ταξίδι στην Ιρλανδία.


Mέρα 1α. Δουβλίνο 13/04/01 (ώρα Ελλάδος 13:00).
Μ.Παρασκευή

Οπως θάπρεπε να είναι ένα αξιοπρεπές Δουβλίνο, βροχερό, θλιμένα αριστοκρατικό, κουλτουριάρικα αυτόνομο, εξωτερικά ήρεμο και μέσα από τα «καφέ» αναβράζων.
Περίεργη αίσθηση μιας πόλης που μόλις ανακαλύπτεις.
Κυρίαρχο στοιχείο το νερό. Σε κάθε του μορφή. Βροχή. Ποτάμι. Στέγες που στάζουν. Ρυάκια στους δρόμους. Σταγόνες στα πρόσωπα των ανθρώπων.
Εδώ Δουβλίνο.

Μέρα 1β. Δουβλίνο 13/04/01 (ώρα Ελλάδος 18:45).
Μ.Παρασκευή

Η εγγύτητα της απόστασης.
Πώς είναι δυνατόν μια απουσία να είναι τόσο έντονη και φανερή !

Πίσω στο ξενοδοχείο μετά από πολλές ώρες ποδαρόδρομο.
Παιδάκια. Απειρα παιδάκια. Σε καροτσάκια, σε αγκαλιές, να τα κρατούν απο το χέρι, να τα σέρνουν μαζί τους παντού. Παιδάκια με ξανθά μαλλιά, με μπλε μάτια, με χαμόγελα, γκρινιάρικα. Πολλά παιδάκια. Δεν τους απασχολεί φαίνεται το μέλλον αυτού του κόσμου τους Ιρλανδούς. Τους αισθάνομαι σίγουρους, βέβαιους ότι η διαιώνιση της ράτσας τους είναι πρωταρχικό μέλημα. Η μήπως μου φαίνεται;
Νάσουνα εδώ!
Η παρουσία δια της απουσίας!
Η εγγύτητα της πιο μακρινής απόστασης!

Μέρα 2. Δουβλίνο 14/04/01 (ώρα Ελλάδος 21:03).
Μ. Σάββατο

Σήμερα ήταν η μέρα των μουσείων. Είδαν τα μάτια μας μουσεία και εκθέματα και πίνακες και βιβλία και φωτογραφίες και φυσικά το σπίτι του James Joyce και το εργοστάσιο της Guinness και ποδαρόδρομος και ορθοστασία. Η μία παράσταση μετά την άλλη. Απίστευτες προσλαμβάνουσες. Πώς να χωρέσουν όλες μέσα σε λίγες ώρες; Τόσες συγκινήσεις μαζεμένες!
Υπερβολικό! Αδύνατο! Όλες παραμένουν αταξινόμητες, έρχονται και φεύγουν και πλημμυρίζουν τα μάτια μου και στριμώχνονταιστην σκέψη μου.

Wish you were here!
Είναι δύσκολο το ταξίδι με κάποιον που δεν τον ξέρεις και τόσο καλά. Η παγωνιά του Δουβλίνου γίνεται πιο διαπεραστική. Τόσες συγκινήσεις. Τόσες παραστάσεις. Κι ο χρόνος μας μόνο μια φλασιά!!!

Μέρα 3. Δουβλίνο 15/04/01 (ώρα Ελλάδος 13:32).
Κυριακή του Πάσχα

Στον σταθμό του τρένου αναμένοντας να περάσει η ώρα να πάρουμε την αμαξοστοιχία Δουβλίνο-Greystones (μια παραλιακή πόλη στον Αντλαντικό).
Ο ήλιος μπαίνει και βγαίνει. Ο κόσμος σήμερα ανύπαρκτος. Κυριακή του Πάσχα, οικογενειακή γιορτή. Μπα, μάλλον συνέρχονται από το χθεσινοβραδυνό μεθύσι. Περίεργη αίσθηση σου δημιουργεί τελικά η Ιρλανδία.Κάτι ανάμεσα σε χαμόγελο και απελπισία.

Δεν μπορώ ακόμα να το καταλάβω. Μια χαρμολύπη ίσως; Είναι όλοι τους ευγενικοί, εξυπηρετικοί, έτοιμοι να σου πιάσουν κουβέντα, κι όμως κάτι υπάρχει. Ισως φταίει κι ο καιρός. Απίστευτο πόσο δεν μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι δεν κατάλαβα φέτος το Πάσχα. Ούτε αβγά, ούτε φωτοβολίδες, ούτε αρνιά, ούτε κλαρίνα. Τίποτα. Μόνο ποδαρόδρομος, σπίτια με κόκκινα τούβλα, ψιλόβροχο, κοκκινομάλληδες χαμογελαστοί άνθρωποι. Οι συνήθειες μιας ζωής, εντός κι εκτός, από απόσταση και από μέσα. Εμείς και οι συνθήκες! Πόσο πλασματικός είναι τελικά ο μικρόκοσμος μας!

Μέρα 3α. Δουβλίνο 15/04/01

Για να μην ξεχνάμε και τις κυριακάτικες συνήθειες μας, αγόρασα τους «Κυριακάτικους Times» της Ιρλανδίας. Με καφέ, χωρίς τσιγάρο, σ΄έναν άγνωστο σταθμό τρένων, να ξεφυλλίζω μια πρωτοδιάβαστη εφημερίδα.
Δεν κάνει και πολύ καλό στην ψυχή να συνεβρίσκεσαι με ανθρώπους που τους θαυμάζεις! Οχι, δεν υπάρχουν καβγάδες, διαφωνίες, γκρίνιες, αντιπαραθέσεις, απλά η παγωνιά του Δουβλίνου έρχεται και κατοικοεδρεύει ώρες και φορές ανάμεσα μας. Δυο άνθρωποι που δεν θα συναντηθούν ποτέ και πουθενά, συνταξιδιώτες σε μια πόλη που ισορροπεί μεταξύ χαράς και απόλυτης θλίψης. Μοναδικός συνδυασμός. Μου λείπουν οι φίλοι μου!

Μέρα 3γ. Δουβλίνο 15/04/01 (ώρα Ελλάδος 14:47).
Κυριακή του Πάσχα.

Τι άξιζε απ’ όσα είδαμε και βλέπουμε; Δεν ξέρω!
Τι θα μου μείνει αξέχαστο; Δεν ξέρω!
Θυμάμαι έντονα τις βιομηχανικές συνοικίες, τις βιτρίνες των κρεοπωλείων με τα χιλιάδες είδη κρεάτων, χοιρομεριών,
ζαμπόν και δεν συμμαζεύεται. Τους άστεγους με τις κουβέρτες και τα χαρτόνια στις γωνίες των βρεμένων δρόμων. Οι άνθρωποι στους σταθμούς, στους δρόμους, οι υπαίθριοι πωλητές λουλουδιών, τα παιδιάκια. Τα εσωτερικά ταξίδια σε μια «εξωτική» χώρα, όπως ίσως η Ιρλανδία;
Κυριακή του Πάσχα.
Σκουπιδιάρηδες. Μεθυσμένοι. Βράδυ Παρασκευής σε κεντρικό σινεμά της πόλης.
Full Irish breakfast κάθε πρωί στο ξενοδοχείο. Μπύρες, πολλές μπύρες, ατελείωτα ποτήρια Guinness πίσω και πάνω στους πάγκους των pub. Ιρλανδία. Ενα εσωτερικό εξωτικό ταξίδι!!!

Μέρα 4. Δουβλίνο 16/04/01 (ώρα Ελλάδος 15:56). Δευτέρα του Πάσχα.

Αεροδρόμιο.
Η διαδικασία της επιστροφής στα πάτρια εδάφη ξεκίνησε. Αποχαιρετώντας το «αγαπημένο βρωμοδουβλίνο» περάσαμε και ήπιαμε την τελευταία μας
Guinness σε μια ιστορική pub πουστέκεται θεματοφύλακας των ιερών και οσίων ποτών από το 1779.
Εντυπώσεις; Συγκεχυμένες. Η καλύτερα αλλοπρόσαλλες, όπως άλλωστε ο καιρός και οι άνθρωποι.
Ηλιος, ζέστη, βροχή, κρύο, χαμόγελα, άστεγοι, μεθυσμένοι, ευγενείς και φιλικοί, απόμακροι και δυστυχείς.

Ωρα Ελλάδος 16: 04.

Ωρα Ιρλανδίας 14:04.

Ωρα να γυρίσουμε στην καθημερινότητα και την ασφάλεια μιας στημένης και οργανωμένης ζωής και να αφήσουμε τα μεγάλα ταξίδια και τις περιπέτειες για τα επόμενα όνειρα μας.

Να θυμηθώ : - Να χαμογελάω πιο συχνά στις λιακάδες μου.

- Να γκρινιάζω για τους πονοκεφάλους μου.

- Να μην ξαναπάω ούτε μέχρι τη γωνία με βαθύτατα δυστυχισμένους ανθρώπους.

- Να ξαναγυρίσω στο βροχερό, αλλοπρόσαλλο, υγρό «βρωμοδουβλίνο» απόλυτα μόνη μου.

Τα ταξίδια της ψυχής, οι αναμνήσεις μιας περιήγησης, οι αποφάσεις της τελευταίας στιγμής και το ξενύχτι μιας άσκοπης αγρύπνιας. Όλα αυτά μου θυμίζουν Δουβλίνο. Όλα αυτά μου θυμίζουν Ελλάδα.

Το τέλος του ταξιδιού.

Μέρα 5. Αθήνα 17/04/01 (ώρα Ελλάδος 11:35).

Ο επίλογος μιας περιήγησης γράφεται πάντα στον τόπο της εκκίνησης. Οπως ο δολοφόνος επιστρέφει πάντα στον τόπο του εγκλήματος, έτσι και ο πλάνητας περιηγητής ξαναγυρνά στην βάση του.
Φιλόξενη και ξένη πόλη η Αθήνα.
Απόμακρο και γεμάτο θαλπωρή το τεμπέλικο πρωινό στο σπίτι.
Πίσω στην πραγματικότητα ή την παραίσθηση;

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2007

Mελό ΙΙ

Άγριο πράγμα η αγάπη, ανεξέλεγκτο.
Σε κυριαρχεί και σε αιχμαλωτίζει, σου επιβάλλει όρους και συνθήκες
Ο πατέρας μου κρατήθηκε στην ζωή 9 χρόνια γιατί η μάνα μου τον αγαπούσε και η δική της η ζωή κρεμόταν από την δική του. Εκείνος ήθελε να φύγει αλλά η αγάπη είχε βγάλει απαγορευτικό απόπλου.

Σκληρό πράγμα η αγάπη, απάνθρωπο.
Καμιά ελευθερία, καμιά ανεξαρτησία, ούτε καν μια δημοκρατική πνοή.
Η μάνα μου άρρωστη πια σήμερα, σέρνεται κι εγκλωβίζεται σ΄έναν μίζερο κύκλο θύμησης κι άγνοιας. Κι όμως εγώ την αγαπώ και την πιέζω, την εξαναγκάζω να κρατηθεί, να προσπαθήσει.

Απαραίτητο ναρκωτικό η αγάπη, αναπόφευκτο.
Αγαπάς γιατί δεν έχεις άλλη επιλογή. Γιατί δεν έχεις άλλο τρόπο επιβίωσης. Γιατί η μοναξιά σου γιγαντώνεται καθημερινά και ο ίσκιος της είναι πολύ βαρύς για να το κουβαλήσεις μόνος σου.


Και γίνονται οι φίλοι κομμάτια ακριβά από το βιος σου. Κι ο σύντροφος ο τόνος από την ανάσα σου. Κι όταν κάποιος χάνεται, μένεις πένητας και άρρωστος.

Θανατηφόρο παιχνίδι η αγάπη. Στο όνομα της καταρράκτες αίματος έχουν χυθεί. Κι όμως έτσι κι αλλιώς υποχρεωτικό.
Δέσμιος μιας μοίρας που δεν άλλαξε χιλιάδες χρόνια τώρα, ακολουθείς τους μελλοθάνατους σε μια πορεία καταδικασμένη στην φθορά και την απώλεια.

Μαθαίνεις να ζεις με τους πόνους και τις λιακάδες της. Τους παγετώνες και τους καύσωνες.
Μαθαίνεις να ζεις και ν’ αγαπάς.
Να εξαρτιέσαι και να εξαρτατάς.
Να βαραίνει η γνώμη σου.
Να μετράει αγκάθια η απουσία σου.

Άγριο πράγμα η αγάπη, σαρκοβόρο.
Τις σάρκες μου , τις σάρκες σου, τις σάρκες μας στην αγορά εκθέτουμε, στο παζάρι μιας ανελέητης ζωής και περιμένουμε πελάτες.
Άγριο πράγμα η αγάπη. Όπως άγρια και ανελέητη και η Φύση. Όπως άγριο και ανεξερεύνητο το Σύμπαν εκτός και εντός σου.

Τόσο άγριο μα τόσο ακριβό!!!!!!!!!!

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2007

Μελό

Μ’ αρέσουν οι ασπρόμαυρες μελό ταινίες. Τα τραγούδια του Αττίκ, του Γιαννίδη και του Σογιούλ, οι γυναίκες με το μυστηριώδες ύφος και τα κόκκινα χείλη και οι άνδρες που φοράνε παναμά και σου τραβούν την καρέκλα για να κάτσεις.

Μ’ αρέσει να ονειρεύομαι με ανοιχτά τα μάτια, κυρίως όταν περπατάω σ΄αυτήν την πόλη και κρυφοκοιτάζω μέσα από τα μισάνοιχτα παράθυρα των παλιών σπιτιών.

Μ’ αρέσουν τα μέρη που αναδίδουν έναν αέρα decadence και παλαιϊκότητας, τα λίγο λούμπεν, τα ξεχασμένα από τον χρόνο.

Οι ιστορίες οι ειπωμένες με μια γλώσσα λίγο παρωχημένη, τα φίλμ νουάρ όπου πάντα μια γυναίκα είναι η αρχή και το τέλος του πρωταγωνιστή.

Τα βιβλία από δεύτερο χέρι στους παγκους των παλιοβιβλιοπωλείων, τα παπούτσια με την μπαρέτα και τα λίγο φαγωμένα (ίσως από τον χορό) τακούνια.

Οι άνθρωποι που έχουν γραμμένη την ιστορία της ζωής τους σε πρόσωπο και χέρια, οι παλιές πολυκατοκίες με το έρημο θυρωρείο και την ξύλινη κουπαστή στην σκάλα.

Ετσι λοιπόν όταν βλέπω την ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα τα «Χειροκροτήματα», έχω την αίσθηση ότι όλος μου ο ονειρικός κόσμος είναι κλεισμένος εκεί.
Μια ταινία του 1944 λίγο πριν γυρίσει ο Τσάπλιν τα «Φώτα της Ράμπας» με την ίδια ακριβώς θεματολογία.

Ένας διάσημος καλλιτέχνης (ο Κλέων Τριανταφύλλου κατά κόσμον Αττικ) στη δύση της καριέρας του γνωρίζει μια νεαρή ταλαντούχα τραγουδίστρια και αφιερώνει τα πάντα στο να την καταστήσει πρώτο όνομα. Αυτή όμως η προσπάθεια τον καταστρέφει οικονομικά και καταλήγει να παίζει μουσική σε ταβέρνες προκειμένου να εξασφαλίσει απλώς τα προς το ζήν. Τελικά η προστατευομένη του, που εν τω μεταξύ έχει γίνει διάσημη, τον βρίσκει και του προσφέρει την ευκαιρία να παίξει ξανά σε ένα μεγάλο θέατρο, μπροστά σε πολυπληθές κοινό. Ο ασθενικός γέροντας δεν αντέχει τη συγκίνηση και πεθαίνει πάνω στη σκηνή, παίρνοντας μαζί του και τα τελευταία χειροκροτήματα. Λίγο μετά την ολοκλήρωση της ταινίας ο Αττίκ πέθανε, με αποτέλεσμα αυτή η ταινία να είναι και η μοναδική του κινηματογραφική εμφάνιση.

Δεν μ΄ενοχλεί ούτε ο κακός ήχος κάποιες στιγμές, ούτε η εικόνα που τρέμει (άλλωστε κι εγώ κάθε φορά μου φαίνεται ότι τρέμω λίγο ), ούτε το τόσο εμφανές μελό της ιστορίας. Αφήνομαι στην γοητεία μιας άλλης εποχής, στο βύθισμα σε χώρα της μη πραγματικότητας και στο ταξίδι που δεν θα κάνω ποτέ.
Η μαγεία του ανέφικτου που πάντα τελειώνει μ΄ενα φρενήρες χειροκρότημα.

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2007

Shortcuts


Στιγμιότυπο 1ο : Οδηγώ στην πηγμένη Εθνική Αθηνών – Λαμίας. Μα πού πάμε όλοι εμείς πρωί-πρωί; Ακούω ραδιόφωνο και σκέφτομαι διάφορα, μάλλον χρώματος γκρι. Και ξαφνικά ακούγεται η μουσική από το «η αγάπη χάθηκε στην σκόνη». Γυρίζω 20 τοσα χρόνια πίσω , φοιτήτρια στη Πάτρα, όταν το πρωτάκουσα. Χαμογελάω ασυναίσθητα. Τα χρώματα γύρω μου γίνονται κόκκινα.

Στιγμιότυπο 2ο : Μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι στην δουλειά, συν το γεγονός ότι ο υπολογιστής έχει κολλήσει έναν βρωμοϊό και κάθε τρία λεπτά βγάζει ένα ακαταλαβίστικο μήνυμα και μου τσακίζει τα ήδη κατακουρελιασμένα νεύρα μου. Χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ένας φίλος. Να μαζευτούμε, να φάμε όλοι μαζί. Το μυαλό μου γεμίζει ιδέες, μυρωδιές, γεύσεις.

Στιγμιότυπο 3ο
: Μετά από μια δύσκολη μέρα γυρνάω σπίτι. Το ασανσέρ είναι πάλι χαλασμένο. Και ο πέμπτος μου φαίνεται μαραθώνιος. Όμως βρίσκω ζεστό νερό για μπάνιο. Ταινιούλα (χαζή, αλλά δεν πειράζει) στο dvd , μπουκάλι από το αγαπημένο μου κόκκινο κρασί. Απλώνω τα πόδια στο καναπέ, και διώχνω τα μαύρα χρώματα από το σαλόνι. Ετσι κι αλλιώς το σπίτι είναι βαμμένο σε τόνους του κίτρινου.

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2007

Μνήμη ΙΙ



Η μάνα ήταν ωραία γυναίκα στα νιάτα της. Μοσχοαναθρεμμένη, με τις καλόγριες και τα γαλλικά της. Υστερα όταν ο πατέρας της έφυγε ξαφνικά και τις άφησε, την μητέρα της κι εκείνη, με κάτι λίγες ψωριάρικες λίρες (ακόμα τις φυλάει να τις δώσει προίκα), σπούδασε δασκάλα για να μπορέσουν να ζήσουν. Παντρεύτηκε στα εικοσι της κάποιον με τα διπλά της χρόνια για την ασφάλεια. Τον χώρισε στους έξι μήνες. Εν έτει 1956. Μέσα σε άγριους καιρούς.
Τώρα, πατημένα τα εβδομήντα, μ έναν καρκίνο να την παραμονεύει, ξεχνάει να πάρει τα φάρμακα της. Ξεχνάει τι συζητάει από το απόγευμα μέχρι την άλλη μέρα. Φοβάται αν της υψώσεις τον τόνο της φωνής.
Το πέρασμα των χρόνων το αναγνωρίζεις πάνω στους άλλους. Τα σημάδια της φθοράς δεν τα βλέπεις στον καθρέφτη, τα ψηλαφείς σε χέρια που σε κανάκεψαν.

Η μάνα ήταν ωραία γυναίκα. Αν και παιδί της κατοχής, ήταν ψηλή, θεωρητική, με μια σιλουέτα που έφερνε στην Σοφία Λόρεν, και μια αγάπη για τα ξανθά μαλλιά από φοιτήτρια. Παντρεύτηκε ξανά από έρωτα. Φόρεσε παντελόνια στο σχολείο όπου δούλευε. Κάπνιζε και οδηγούσε αυτοκίνητο.
Τώρα, αφήνει τα μαλλιά της άβαφα για μήνες, με τ΄άσπρα να κυριαρχούν και να την κατακυριεύουν. Τριγυρίζει με στραβοπατημένες παντόφλες μέσα στο σπίτι κι όλο παραπονιέται ότι τα τσιγάρα της , κατι φριχτα slim, τελειώνουν.
Δεν μπορείς να συμφιλιωθείς με τα γηρατειά, με το ξέσκισμα της εικόνας, με την αντανάκλαση της ίδιας σου της εξάρτησης από κάποιον κραταιό που πια κατέρρευσε.

Η μάνα ήταν ωραία γυναίκα στην ξεχασμένη της νεότητα. Ανέβαινε την Ακαδημίας και σταματούσε το τραμ για να περάσει το δρόμο. Τα ρούχα της ήταν πάντα ραμμένα σε μοδίστρα και τα παπούτσια πάντα ασορτί με την τσάντα και τα γάντια. Κράτησε σπίτι, σπούδασε παιδιά, έχτισε μια μικρή οικονομική άνεση.
Τώρα κρύβει τα χρήματα της στα συρτάρια κι ύστερα παραπονιέται ότι δεν της φτάνει η σύνταξη. Τώρα κοιμάται και ξυπνάει με μια βαθιά επιθυμία φυγής.
Ερχεται η πραγματικότητα και στέκεται μπροστά σου. Σε υποχρεώνει να ενεργήσεις, να πας παρακάτω. Να μάθεις να ζεις με τους μεταλλαγμένους ζωντανούς σου.

Η μάνα ήταν ωραία γυναίκα κάποτε, κι όταν την βρίσκεις στις καλές της μέρες, γιατί υπάρχουν και τέτοιες, μοιάζει να γερνάει όμορφα, ειρηνικά. Θυμάται ιστορίες με μικρά παιδιά και εκδρομές. Και από καιρό σε καιρό, θυμάται τις συνταγές της μικρασιάτισσας γιαγιάς, και το σπίτι της μοσχομυρίζει κύμινο από τα σουτζουκάκια και κρέμα από το γαλακτομπούρεκο. Τις περισσότερες μέρες όμως ξεχνάει να φάει και αρνείται κατηγορηματικά να πάρει γυναίκα να την βοηθάει στις δουλειές.
Κι απλά εσύ περιμένεις. Την αναπότρεπτη πορεία. Την μεταμόρφωση της αγάπης. Το τέλος της εποχής.

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2007

Kαλή Ζωή

Σε αντίστιξη με το προηγούμενο κείμενο, μαζεύω στιγμές μιας καθημερινότητας και σύμφωνα μ' αυτές ορίζω την καλή ζωή.

Κυριακή απόγευμα. Στην είσοδο της πόλης, στην αρχή της Αχιλλέως. Σταματημένη στο φανάρι χαζεύω τα γύρω σπίτια. Ενας άνδρας, πατημένα τα πενήντα, με άσπρα μαλλιά και μουστάκι ακουμπάει στο μπαλκονάκι της εισόδου στον α΄όροφο. Το σπίτι παλιό ξεδοντιασμένο, με παράθυρα σκούρα μπλέ να χάσκουν και ένα φωτάκι στην είσοδο να θυμίζει την τωρινή του χρήση. Κάποτε φιλοξενούσε οικογενειακές γιορτές. Τώρα πια μοναχικά πάθη. Κι ο άνδρας καπνίζει και προσπαθεί να στερεώσει στους γερασμένους τοίχους το κλωνάρι μιας μπουκαμβίλιας. Ενώ στην είσοδο , κάτω στο δρόμο, ένας νέος άνδρας καταμελάχροινος κοιτάει καχύποτα γύρω. Να μπει ή να μην μπει. Το φανάρι γίνεται πράσινο και τα λουλούδια της μπουκαμβίλιας βαθύ ροζ.

Παρασκευή βράδυ. Στις παρυφές των Εξαρχείων ποτό και συζήτηση με φίλους. Για ταινίες και μουσικές. Για απώλειες και παρουσίες. Για τον έρωτα που κάθε φορά μας γλιστράει από τα δάχτυλα.

Τετάρτη πρωί στην πλατεία Κουμουνδούρου. Κάνει ζέστη. Φθινοπωρινή σε μια άνυδρη πόλη που διψάει για δροσιά και όχι μόνο. Ο γνωστός ρακοσυλλέκτης της πλατείας , ντυμένος με βαρύ χειμωνιάτικο παλτό, σέρνοντας το βιός του σ΄ένα καροτσάκι της λαϊκής ψάχνει μια σκιά. Να κάτσει κάτω, ν ανάψει τσιγάρο. Τα δάχτυλα του κίτρινα από τη νικοτίνη. Ήρεμος χαιδεύει ένα αδέσποτο φίλο.

Σάββατο μεσημέρι στο σπίτι. Εχουν έρθει φίλοι και μαγειρεύουμε. Κάτι φασολάκια βράζουν στην κατσαρόλα κι ένα φαγκρί ψήνεται στο φούρνο. Εχουμε ανοίξει κι ένα Σαντορινιό κρασί και αναλύουμε τις σχέσεις. Κουβέντες που αύριο μπορεί και να έχουν ξεχαστεί. Στο τέλος τσακίζουμε ένα σπιτικό τζηζκέηκ που από εμφάνιση είναι μάλλον αποτυχημένο αλλά από γεύση μια χαρά. Όπως άλλωστε όλοι μας.

Πέμπτη βράδυ. Οι ήχοι μιας μουσικής μάλλον ανατολίτικης φτάνουν ως την άλλη άκρη της πλατείας. Βγαίνω στο μπαλκόνι. Στην απέναντι πολυκατοικία κάποιοι έχουν γιορτή. Το διαμέρισμα μικρό, στενάχωρο, ο κόσμος πολύς. Στριμώχνεται ακόμα και στο μπαλκόνι. Φτενό κι αυτό. Μιλούν δυνατά. Χειρονομούν. Μου φαίνεται πως μυρίζω καπνό από μήλο στον ναργιλέ. Η χαρά τους πλημμυρίζει τον δρόμο, απλώνεται στα πεζοδρόμια. Τους χαζεύω για πολύ ώρα.

Τρίτη βράδυ. Στα Εξαρχεία ξανά. Παρέα με νέους απρόσμενους φίλους. Συζητήσεις για τα blogs και τους bloggers. Αθώα κουτσομπολιά, βότκες και καρότα με ξύδι. Χαμόγελα απροσποίητα. Μάτια υγρά. Καινούργια μονοπάτια. Σχέδια για ταξίδια. Υποσχέσεις για συνευρέσεις πάνω από φορτωμένα τραπέζια.

ΥΣ: Εξαιρετικά αφιερωμένο σε όλους τους ακριβούς μου φίλους.