Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2007

Μνήμη ΙΙ



Η μάνα ήταν ωραία γυναίκα στα νιάτα της. Μοσχοαναθρεμμένη, με τις καλόγριες και τα γαλλικά της. Υστερα όταν ο πατέρας της έφυγε ξαφνικά και τις άφησε, την μητέρα της κι εκείνη, με κάτι λίγες ψωριάρικες λίρες (ακόμα τις φυλάει να τις δώσει προίκα), σπούδασε δασκάλα για να μπορέσουν να ζήσουν. Παντρεύτηκε στα εικοσι της κάποιον με τα διπλά της χρόνια για την ασφάλεια. Τον χώρισε στους έξι μήνες. Εν έτει 1956. Μέσα σε άγριους καιρούς.
Τώρα, πατημένα τα εβδομήντα, μ έναν καρκίνο να την παραμονεύει, ξεχνάει να πάρει τα φάρμακα της. Ξεχνάει τι συζητάει από το απόγευμα μέχρι την άλλη μέρα. Φοβάται αν της υψώσεις τον τόνο της φωνής.
Το πέρασμα των χρόνων το αναγνωρίζεις πάνω στους άλλους. Τα σημάδια της φθοράς δεν τα βλέπεις στον καθρέφτη, τα ψηλαφείς σε χέρια που σε κανάκεψαν.

Η μάνα ήταν ωραία γυναίκα. Αν και παιδί της κατοχής, ήταν ψηλή, θεωρητική, με μια σιλουέτα που έφερνε στην Σοφία Λόρεν, και μια αγάπη για τα ξανθά μαλλιά από φοιτήτρια. Παντρεύτηκε ξανά από έρωτα. Φόρεσε παντελόνια στο σχολείο όπου δούλευε. Κάπνιζε και οδηγούσε αυτοκίνητο.
Τώρα, αφήνει τα μαλλιά της άβαφα για μήνες, με τ΄άσπρα να κυριαρχούν και να την κατακυριεύουν. Τριγυρίζει με στραβοπατημένες παντόφλες μέσα στο σπίτι κι όλο παραπονιέται ότι τα τσιγάρα της , κατι φριχτα slim, τελειώνουν.
Δεν μπορείς να συμφιλιωθείς με τα γηρατειά, με το ξέσκισμα της εικόνας, με την αντανάκλαση της ίδιας σου της εξάρτησης από κάποιον κραταιό που πια κατέρρευσε.

Η μάνα ήταν ωραία γυναίκα στην ξεχασμένη της νεότητα. Ανέβαινε την Ακαδημίας και σταματούσε το τραμ για να περάσει το δρόμο. Τα ρούχα της ήταν πάντα ραμμένα σε μοδίστρα και τα παπούτσια πάντα ασορτί με την τσάντα και τα γάντια. Κράτησε σπίτι, σπούδασε παιδιά, έχτισε μια μικρή οικονομική άνεση.
Τώρα κρύβει τα χρήματα της στα συρτάρια κι ύστερα παραπονιέται ότι δεν της φτάνει η σύνταξη. Τώρα κοιμάται και ξυπνάει με μια βαθιά επιθυμία φυγής.
Ερχεται η πραγματικότητα και στέκεται μπροστά σου. Σε υποχρεώνει να ενεργήσεις, να πας παρακάτω. Να μάθεις να ζεις με τους μεταλλαγμένους ζωντανούς σου.

Η μάνα ήταν ωραία γυναίκα κάποτε, κι όταν την βρίσκεις στις καλές της μέρες, γιατί υπάρχουν και τέτοιες, μοιάζει να γερνάει όμορφα, ειρηνικά. Θυμάται ιστορίες με μικρά παιδιά και εκδρομές. Και από καιρό σε καιρό, θυμάται τις συνταγές της μικρασιάτισσας γιαγιάς, και το σπίτι της μοσχομυρίζει κύμινο από τα σουτζουκάκια και κρέμα από το γαλακτομπούρεκο. Τις περισσότερες μέρες όμως ξεχνάει να φάει και αρνείται κατηγορηματικά να πάρει γυναίκα να την βοηθάει στις δουλειές.
Κι απλά εσύ περιμένεις. Την αναπότρεπτη πορεία. Την μεταμόρφωση της αγάπης. Το τέλος της εποχής.

9 σχόλια:

industrialdaisies είπε...

Πόσο όμορφη η μάνα... Δεν βάζω ρήμα. Δεν ξέρω ποιος είναι ο σωστός χρόνος.

Καταπληκτική αφήγηση. Κάποια στιγμή θυμήθηκα τη γιαγιά. Που ήταν μοδίστρα -καταπληκτικών ικανοτήτων, μπροστά της οι μόδιστροι θα έσκιζαν τα πατρόν- και τα ρούχα τα λάτρευε. Όχι καταναλωτικά. Ζωγράφιζε με αυτά. Ποτέ δεν ξαναφόρεσα ρούχο -από όταν πέθανε- που να με κάνει να αισθανθώ τόσο όμορφα...

Μάρω, διάβασα ένα από τα πιο όμορφά σου κείμενα... Και πάλι καλημέρα!

Μαρω_Κ είπε...

@id
Καλημέρα.
Σ΄ευχαριστώ.

Ενεστώτας ακόμα ο χρόνος.

H.Constantinos είπε...

Διακρίνω ένα θλιμμένο mood τελευταία...
Malinconie di Settembre...?

Μαρω_Κ είπε...

@constantinos
Λέτε;
Η μελαγχολία του Σεπτέμβρη να μας κατακλύζει;

doratsirka είπε...

Που πάει η αγάπη όταν πεθαίνει ο άνθρωπος; Όταν βρίσκεται σε μια συνεχή διαδικασία φθοράς και μεις φέρουμε ακόμη μέσα μας την άλλη εικόνα; Αχ Μάρω μου...

Pan είπε...

Πέρασα.

Καλό βράδυ.

Μαρω_Κ είπε...

@doratsirka
Καλημέρα σου.
Αυτή η αναπόφευκτη φθορά που μας στοιχειώνει!!!!!!!!!!!

@pan
Πολύ καλημέρα σας.
Μουτς.

όλα θα πάνε καλά... είπε...

H φθορά,πάντα επώδυνη όχι τόσο πολύ, νομίζω, γι αυτόν που τη βιώνει όσο για τον παρατηρητή των γεγονότων που δε μπορεί και να τη σταματήσει.
Καλημέρα.

Μαρω_Κ είπε...

Exεις απόλυτο δίκιο.
Η δύσκολη και ... ανίερη θέση του παρατηρητή.

Καλό μεσημέρι.