Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2007

Σινεμά και πάλι σινεμά


Λοιπόν το πήρα απόφαση είμαι χαζή ξανθιά, αν και φυσική καστανή ! Τόσα χρόνια που βάφω τα μαλλιά μου ξανθά η μπογιά το έκανε το θαύμα της, και κατέστρεψε τα εγκεφαλικά μου κύτταρα. Αλλιώς δεν εξηγείται.

Πήγα χθες σινεμά, να δώ το “Half Nelson”.

Αμερικανική ταινία σε σκηνοθεσία Ράιαν Φλεκ, με τους: Ράιαν Γκόσλινγκ, Σαρίκα Επς, 'Αντονι Μακί
Ο Νταν, ένας ιδεολόγος καθηγητής Ιστορίας σε γυμνάσιο του Μπρούκλιν, διδάσκει "ανορθόδοξα", χρησιμοποιώντας τους μηχανισμούς της διαλεκτικής. Στην προσωπική του ζωή είναι χαμένος μεταξύ απραξίας και ναρκωτικών, ενώ αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σχέση με μια μαύρη 14χρονη μαθήτριά του.

Ολοι οι οιωνοί καλοί.
Aνεξάρτητος αμερικάνικος κινηματογράφος.
Ταινία αποδεκτή με επαίνους από το σύνολο των κριτικών.
Επίκαιρο θέμα, δάσκαλος και μαθητές, σε μια προσπάθεια προσέγγισης της ιστορίας, μακριά από αποστειρωμένες μεθόδους.
Νέος, ωραίος και ταλαντούχος ηθοποιός ο Ράιαν Γκόσλινγκ.

1ο Αποτέλεσμα : Με το ζόρι κρατήθηκα στο διάλειμμα, να μην σηκωθώ να φύγω. Τόχω αυτό το βίτσιο, να θέλω να δω πού το πάει τελικά ο ποιητής!!!!!!
2ο Αποτέλεσμα : Εγινε το στομάχι μου χάλια.

Με δυό λόγια. Ο κεντρικός ήρωας, αποτυχημένος λευκός καθηγητής σε υποβαθμισμένη συνοικία μαύρων κάνει χρήση ναρκωτικών από το πρώτο λεπτό της ταινίας ως το τελευταίο, σε συνδυασμό με μια θάλασσα απο αλκοόλ. Οτι τραβάει η όρεξη σας, από απλά ναρκωτικά μέχρι κοκκαίνη και κρακ. Και θέλετε τώρα εσείς κύριε σκηνοθέτα να πιστέψω ότι τα εγκεφαλικά του κύτταρα δεν είναι κατεστραμμένα και ότι παρά την κατάχρηση των ουσιών αυτή, πηγαίνει κάθε πρωί στο σχολείο και κάνει μάθημα ιστορίας, και μάλιστα καταφέρνει να είναι τόσο διαυγής ώστε σε κάποια στιγμή να αποδομεί και τον Αριστοτέλη! Αντε και το τρώω ότι έχει καλές προθέσεις.
Το ότι οι μαθητές μιας τέτοιας υποβαθμισμένης συνοικίας γεμάτης από εμπόρους ναρκωτικών, συμμορίες και ότι άλλο συνεπάγεται μια τέτοια περιοχή, τον αντιμετωπίζουν με σεβασμό και δεν τον παίρνουν στο ψιλό, πού το στηρίζετε; Αντε πες ότι το πιστέυω κι αυτό. Αντε και πιστέυω και την καλή επιρροή που έχει πάνω στην αγαπημένη του μαθήτρια, η οποια φαίνεται αποφασισμένη να ξεφύγει από την μιζέρια της.

Εκείνο που δεν καταλαβαίνω, είναι το λόγο ύπαρξης αυτής της ταινίας. Ούτε μελόδραμα, ούτε πολιτικό κατηγορώ, ούτε ερωτική ιστορία, ούτε κοινωνικό σχόλιο, ούτε καν ντοκυμενταρίστικο στυλιζάρισμα. Παράδειγμα η σκηνή όπου η μικρή μαθήτρια παίρνει πίσω το κλεμμένο ποδήλατο της από μια συμμορία ανηλίκων, χωρίς να ανοίξει μύτη, γιατί υπάρχει η προστασία του Μεγάλου Αδελφού-Αρχιεμπόρου ναρκωτικών. Δεν συμβαίνουν αυτά, πουθενά.

Τελικά τι είδα;
Μια άτονη και άνευρη ταινία που δεν πείθει για την αποστασιοποίηση της από το θέμα, που δεν ταρακουνά κανέναν. Που δεν είναι γροθιά στο στομάχι κανενός. Που δεν καταγγέλει. Που απλώς υπάρχει.
Ισως το τέλος να την σώζει λίγο, μια που μοιάζει το περισσότερο πιστευτό σε όλη την υπόθεση αυτή . Μην περιμένετε βέβαια και σπουδαία πράγματα, τελικά τίποτα δεν γίνεται. Ολα παραμένουν ώς έχουν, με μια ελαφριά νότα αισιοδοξίας.

Α, και ο πρωταγωνιστής τελικά είναι καλός. Εξαιρετικά πειστικός ως πρεζόνι. Κι η μικρούλα επίσης έχει μια εσωτερικότητα στο παίξιμο της. Σε μια άλλη ταινία σίγουρα θα έλαμπαν.

Συμπέρασμα : ΜΗΝ ΤΗΝ ΔΕΙΤΕ!!!!!!
Κι αν πάλι πάτε παρόλα αυτά, μην έχετε φάει πριν, θα σας δυσκολέψει εξαιρετικά. Ολα αυτά τα ναρκωτικά στο χαλάνε το στομάχι.
Ετσι κι αλλιώς ο φίλος red punkt θα με στολίσει, οπότε μπορώ να λέω ότι μου κατέβει.

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2007

Η πρώτη φορά


Η αφορμή δόθηκε από την παρότρυνση ενός φίλου. Συζητούσαμε και μου μου λέει, γιατί δεν τα γράφεις όλα αυτά στο blog σου. Μα είναι προσωπικά δεδομένα, απαντώ αφελώς. Τόσο το καλύτερο. Ορίστε λοιπόν, ολίγα από τα προσωπικά μου δεδομένα σε κοινή θέα.

«Η πρώτη φορά».

Ηταν Σεπτέμβιος. Μην γράψω και έτος και εκτεθώ ανεπανόρθωτα στους underage θαυμαστές μου.
Πρώτη μέρα στην Σχολή. Πολυτεχνείο Πατρών. Εγώ κι ο Σπύρος Παπαδόπουλος. Μας στοιχειώνει αυτό το ίδρυμα!
Περάσαμε από την γραμματεία να γραφτούμε κι έπειτα είπαμε (μαζί με έναν φίλο που είχε περάσει κι αυτός στην ίδια σχολή) να επισκεφτούμε το μέρος όπου έμελε να περάσουμε το μεγαλύτερο μέρος των φοιτητικών μας χρόνων. Το ένδοξο κυλικείο.


Να κάνω μια μικρή παρένθεση και μια αναδρομή σ’ εκείνους τους χρόνους για να σας περιγράψω πως ήμουν τότε. Συμπαθητική καστανή, από μικροαστικό περιβάλλον, με μπαμπά κρητικό και μαμά δασκάλα, όπερ πολύ καλή μαθήτρια, και προπάντων καμία σχέση με την αναρχοαυτόνομη πλευρά της νεολαίας. Δηλαδή ούτε ΒΠ, ούτε ταγάρι. Αρε Κωστόπουλε με τους προσδιορισμους σου. Κλείνω την παρένθεση και συνεχίζω.


Εμείς μπαίνουμε στο κυλικείο κι εκείνος βγαίνει. Και πέφτουμε μούρη με μούρη. Ψηλός, με μαλλιά, μούσια και γυαλιά. Κοτλέ στενό παντελόνι και μαύρη μπλούζα με κάτι απροσδιόριστα σχέδια. Και η συμφορά συνεχίζεται. Φίλος του φίλου μου.
Τι να σας τα διηγούμαι. Οση ώρα μιλαγάνε, εγώ κοίταζα τα παπούτσια μου. Εξαιρετικά. Μπεζ, κλειστά με ελαφρό τακουνάκι. Μετά με σύστησε. Η Μάρω. Κι έτσι έγινε το conne, που θα λέγαμε σήμερα. Και η καταστροφή συνεχίστηκε. Ήταν στην ίδια σχολή με μένα.


Για να μην τα πολυλογώ γιατί αλλού είναι το ζουμί, ο Σ. , γιατι περι αυτού ο λόγος, πολύ με συμπάθησε. Εγώ καθόλου. Πολύ με κυνήγησε. Κι εγώ πολύ κολακεύτηκα. Πολύ επέμεινε. Είναι κι επίμονοι άνθρωποι αυτοί που τότε διάβαζαν Μπακούνιν. Και στο τέλος μ΄έπεισε. Τουτέστιν τα φτιάξαμε.
Ετσι το λέγαμε τότε. Τώρα έχω χάσει την μπάλα.


Βγήκαμε, ξαναβγήκαμε. Ματα ξαναβγήκαμε. Φιληθήκαμε. Ήπιαμε και γίναμε σκνίπα, κι είχαμε hangover δυο μέρες, κι εγω ξέρναγα σ΄έναν κουβά. Αλλά μέχρι εκεί. Αρχισαν και μ΄έζωναν τα φίδια. Και να πεις ότι είχαμε και τον κρητικό πάνω από κεφάλι μας. Να πω, καλά. Ελα που εμείς είμασταν στην Πάτρα και ο κρητίκαρος κοιμόταν στην Αθήνα.
Τα είχαμε φτιάξει (ωραία λέξη βρε να την επαναφέρουμε) 20 Οκτωβρίου – ακόμα το θυμάμαι- και πλησίαζαν τα μέσα Νοέμβρη.


Οπότε λέω, - βρε καρδιά μου μήπως να προχωρήσουμε στο παρασύνθημα.
Ρωτάω σαν ξανθιά, παρόλο που τότε δεν τα είχα βάψει ακόμα τα μαλλιά. Μετά πότισε το χρώμα.
Απάντηση ανθρώπου που ήθελε να πνίξει το κατεστημένο στην μολότωφ (είχαμε και τότε από αυτά τα φρούτα) :
- Α,δεν έχεις πρόβλημα. Αφού είσαι και...... (ναι παρθένα, καλά το καταλάβατε).
- Ε, μήπως να κάναμε κάτι για αυτό;
Τάπαμε, τα συζητήσαμε, κι αποφασίσαμε να περάσουμε στο ψητό.


Πέσαμε στο κρεβάτι (ήταν και μονό), κι εκεί που είχαμε αρχίσει να πηγαίνουμε και λίγο παρακάτω, το σταματούσαμε. Μία, δύο. Την τρίτη ξαναρωτάω αφελώς:
- Βρε Σ. μου, τόχεις ξανακάνει;
- Φυσικά. Πολλές φορές.
- Ε, άντε βρε μάτια μου.
- Ε, προσέχω.

Λοιπόν για να μην σας πρήξω τα συκώτια, το μάθαμε το μυστικό, λίγο αργότερα. Κι ο Σ. παρθένος ήτο. Στραβάδι σαν κι εμένα. Μην σας πω ότι εγώ κατι περισσότερο ήξερα, μια που στην Τρίτη Λυκείου, κάτι είχα μυριστεί στο παρκάκι απέναντι από το σχολείο.
Η πρώτη λοιπόν φορά, οπως κατανοήσατε, δεν υπήρξε και πολύ (πως να το θέσω κομψά) επιτυχής. Βέβαια ξεραθήκαμε στα γέλια. Του έριξα κι ένα μικρό χέσιμο. Και πέσαμε για ύπνο.

Η εξέλιξη ήταν που είχε το μεγάλο γέλιο.
Πήραμε βιβλίο. «Οσα θέλατε να μάθετε για το σεξ και δεν τολμούσατε να ρωτήσετε». Το έχω ακόμα. Ενα μέ κίτρινο εξώφυλλο.
Μόνο που το βιβλίο δεν είχε φωτογραφίες.
Οπότε πήγε ο Σ. στην Ομόνοια και γύρισε με ότι σουηδικό τσοντοπεριοδικό (εξαιρετικές εκδόσεις) κυκλοφορούσε.
Τα βάλαμε κάτω και μορφωθήκαμε.
Μπορεί η πρώτη απόπειρα να μην ήταν και τόσο καλή, η συνέχεια όμως υπήρξε εξαιρετική.
Και τα περιοδικά άκρως επιμορφωτικά.
Περιττό να σας πω ότι στο πρώτο εξάμηνο από τα 8 μαθήματα, περάσαμε μόνο τα 2.
Βέβαια ο Σ. εξακολούθησε να είναι αναρχοαυτόνομος κι εγώ λίγο comme il faut, αλλά αυτό δεν μας χάλασε καθόλου.
Για μας η πάλη των τάξεων περιοριζόταν στο μονό κρεβάτι!


Βέβαια, τώρα μετά από αρκετά χρόνια -οχι δεν σας λέω πόσα- όταν βλεπόμαστε, πολύ γελάμε με την τρομακτική άγνοια μας. Ευτυχώς που τώρα η πληροφορία είναι τόσο εύκολη!
Αλήθεια κυκλοφορούν ακόμα σουηδικές τσόντες στην Ομόνοια;


ΥΣ: Αφιερωμένο εξαιρετικά στον Σ. (Αυτό έλειπε να μην του το αφιερώσω)

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2007

Σινεμά και πάλι



La mome (Zωή σαν τριαντάφυλλο)

Γαλλική ταινία σε σκηνοθεσία Ολιβιέ Νταάν, με τους: Μαριόν Κοτιγιάρ, Πασκάλ Γκρεγκορί, Εμανουέλ Σενιέ.
Υπόθεση : Η ζωή της διάσημης τραγουδίστριας Εντίθ Πιάφ, από τη δεκαετία του 1910 και τις φτωχογειτονιές του Παρισιού έως την παγκόσμια καταξίωση και το τραγικό της τέλος σε ηλικία 48 ετών το 1963.

Λοιπόν θα αρχίσω ξανά από τις δικές μου εμμονές, μια που το σινεμά για μένα είναι μια συνεχής και αδιάλειπτη εμμονή, ένα πάθος στο οποιο ούτε αντιστέκομαι, ούτε και προσπαθώ να το δικαιολογήσω. Ετσι λοιπόν ένα πάθος τρέφεται από εμμονές.
: Δεν μου αρέσει ο γαλλικός κινηματογράφος, και πιστέψτε με, έχω δει σχεδόν τα άπαντα.
: Λατρεύω τα τραγούδια της Πιαφ, όπως άλλωστε και πολύς άλλος κόσμος.
: Δεν μου αρέσει να μου χαλάνε το παραμύθι που έχω για τους ήρωες μου, τους ανθρώπους που θαυμάζω για το έργο τους και μέσα από αυτό χωρίς να τους ξέρω προσωπικά. Κι ανάμεσα τους και η Πιαφ.

Εχοντας λοιπόν στο μυαλό και στ’ αυτιά την φωνή της, και ξεχνώντας ότι πάω να δω μια γαλλική ταινία, βρέθηκα Σάββατο βράδυ, την ώρα που η Εθνική Ελλάδος αναστέναζε στο Καραισκάκη, σε κεντρικό σινεμά να παρακολουθώ την La mome.
Κακώς έπρεπε να είχα μείνει σπίτι να δω τον αγώνα.

Εξηγούμαι:
Το σενάριο χαοτικό. Καμιά χρονική συνοχή ανάμεσα στις σκηνές. Από το παρελθόν, όταν η Παιφ ήταν πιτσιρίκι, στις τελευταίες μέρες της.
Από την ιστορία της με τον πυγμάχο Μαρσέλ Σερντάν, πίσω στην αρχή της καριέρας της. Ολα αυτά τα άλματα σε αφήνουν με ένα σωρό απορίες και ο χαρακτήρας της Πιαφ δεν έχει τον απαραίτητο χρόνο να σκιαγραφηθεί και να πείσει για την ..... καταραμένη του πορεία.
Μπορεί η γραμμική αφήγηση να θεωρείται ακαδημαική, αλλά σε μερικές περιπτώσεις καλό θα είναι να αποφεύγονται οι ακροβατισμοί και οι πειραματισμοί, γιατι χάνουμε την ουσία. Κι εγώ, που δεν ξέρω την Πιαφ από τα γεννοφάσκια μου, όπως ίσως την Μελίνα, είχα τρομακτικά κενά.

Αυτό με οδήγησε να μην ταυτιστώ σε κανένα σημείο με την ηρωίδα, να μην μπορέσω να συμπάσχω με την οδύνη της για τους χαμούς των αγαπημένων της προσώπων. Να μην μπορέσω να κατανοήσω την εξάρτηση της από τις ουσίες που ακολούθησε αυτήν την οδύνη. Το μόνο που έβλεπα ήταν ένα αδύνατο και σχετικά άσχημο πλάσμα μπου τυρρανιόταν από το αλκοόλ και την μορφίνη, και που έβρισκε ξαφνικά την δύναμη να τραγουδά.
Καμιά συνοχή, καμιά δικαιολογία. Μια ταινία γεμάτη εύκολους συναισθηματισμούς με σκοπό να συγκινήσουν μόνο τον θεατή, χωρίς να προβληματίσουν, ή να πάνε βαθύτερα.
Κι επίσης μια εικόνα της Πιαφ γεμάτη θραύσματα, που το μονο που δεν έκανε ήταν να την κολάκευει, και να συντηρει το μύθο ενός πλάσματος που μέσα από την καταστροφή έβρισκε την δύναμη να σηκωθεί ξανά και ξανά.

Είπαμε ότι Αλαν Ρεναι έκανε την επανάσταση στο χωρόχρονο του σινεμά με το «Χιροσίμα αγάπη μου», αλλά φίλοι γάλλοι σκηνοθέτες λίγο έλεος στον φτωχό θεατή.
Πείτε την ιστορία με απλό τρόπο. Ετσι κι αλλιώς είναι μοναδική.
Οσο για την πρωταγωνίστρια, δεν την έχω ξαναδεί σε άλλη ταινία για να εκφέρω γνώμη. Ολοι λένε ότι της έμοιαζε καταπληκτικά. Οπότε κι εγώ συντάσσομαι μαζί τους.

Συμβουλή: Δείτε την. Γιατί έχει όλα τα μεγάλα τραγούδια της Πιαφ, σε αυθεντικές ηχογραφήσεις. Μην πάρετε όμως χαρτομάντηλα μαζί σας. Δεν θα κλάψετε.

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2007

Η τέχνη της εμφάνισης

Μικρός ο χώρος.
Δυο σκαλοπάτια πιο κάτω από το επίπεδο του δρόμου. Στενάχωρος. Με την πρώτη ματιά, αδιάφορος. Ηταν και περίεργη η ώρα. Μεταξύ αργοπορημένου απογεύματος και πρώιμου βραδιάσματος. Ηταν και περίεργη η διάθεση. Μεταξύ μετανιωμένου κλάματος και μισού χαμόγελου.
Μικρός ο χώρος.
Στο πίσω μέρος μιας μονοκατοικίας. Με παράθυρα να βλέπουν τις φωτισμένες ζωές στους γειτονικούς ακάλυπτους.
Μικρός ο χώρος, γεμάτος από κλεμμένες στιγμές. Κλεμμένα τοπία.
Μικρός ο χώρος, με τα φιλμ να στεγνώνουν κρεμασμένα από μανταλάκια, με την μυρωδιά των χημικών να χώνεται παντού, με το νερό στο νιπτήρα τη μια στιγμή να τρέχει και την άλλη να σταματάει.
Μικρός ο χώρος.
Με τον χρόνο να τρέχει κι ύστερα να έρχεται το κλικ της μηχανής, η λάμψη από το φλας και να τον φυλακίζει σε μερικά χιλιοστά από αυτό το μαύρο, το ανεξήγητο, το θαυματουργό σελυλόιντ.
Μικρός ο χώρος, δυο ανάσες μακριά από την κεντρική πλατεία.
Δυό αιώνες μακριά από την πρώτη φορά που κάποιος σκέφτηκε να αιχμαλωτίσει το βλέμμα του πάνω σ’ ένα περίεργο χαρτί.
Πως μου είπες πώς το λένε; Emulsion; Τι είναι αυτό; Κάτι χημικό, μου απαντάς.
Κι ο έρωτας στην χημεία δεν αποδίδει τις καταστροφικές τους επιπτώσεις;
Και οι δακρυϊκοί αδένες κάποια σχέση με χημικές αντιδράσεις του εγκεφάλου δεν έχουν;
Κι η πείνα, κι η δίψα, κι η αϋπνία;
Όλα τελικά είναι θέμα χημείας;
Μικρός ο χώρος.
Με τα παλιά αρνητικά να κρατούν ζηλόφθονα τις ιστορίες τους βουβές και αποκλεισμένες. Ψαλίδι, χαρτί εμφάνισης, ονόματα οικεία και ξένα πάνω στα ράφια, Kodac, Nikon, κοντάκτ, σταθεροποιητής.
Και φυσικά πάνω στα μπουκάλια οι απαραίτητες προειδοποιήσεις για τους αδαείς, προσοχή μην το καταπιείτε είναι απόλυτα τοξικό.
Υπάρχει μήπως μια τέτοια προειδοποίηση και για την ζωή;
Την ζωή που φωτογραφίζεις στους δρόμους. Τη ζωή που διασύρεται στα παγκάκια του κέντρου; Τη ζωή που χαραμίζεται στην παραλιακή; Την ζωή που ματαιοπονεί σε ανούσια ωράρια;
Μικρός ο χώρος.
Στριμωγμένος. Ενας και μόνο ένας μπορεί να κινείται στον σκοτεινό αυτό θάλαμο με άνεση. Ένας και μόνον ένας μπορεί να κινείται μέσα στην μοναξιά της ύπαρξης του με άνεση.
Μικρός ο χώρος.
Μαγικές οι στιγμές που στεγνώνουν στα μανταλάκια. Κοντινό το μέλλον που θάρθει να τα σαρώσει όλα με την ψηφιακή του τεχνολογία και την καταιγιστική του εξέλιξη.
Πριν κανά δυό δεκαετίες, κάποιος άλλος τύπωνε όνειρα και βλέμματα, στα ίδια δεκαπέντε τετραγωνικά. Σήμερα το κάνεις εσύ. Αύριο δεν θα το επαναλάβει ο επόμενος. Η σκυτάλη του θα έχει αλλάξει μορφή. Ισως και να μην υπάρξει ποτέ σκυτάλη.
Μικρός ο χώρος.
Τεράστια η άνοιξη. Δεν χωράει. Στριμώχνεται. Δυσανασχετεί. Γκρινιάζει. Θέλει να βγεί. Να δραπετεύσει.
Ασπρόμαυρες κατά το πλείστον οι φωτογραφίες. Έγχρωμη η ευτυχία και η δυστυχία μας. Χωρίς λεζάντες τα αρνητικά. Γεμάτες λόγια και κραυγές και ξεσπάσματα οι σιωπές μας.
Μικρός ο χώρος.
Τι να πρωτοπείς; Τι να πρωτοπρολάβεις. Κλάσματα του δευτερόλεπτου διαρκεί το λάθος. Κάτι συμβαίνει, κάπου χάνεις τον έλεγχο, κάπου αφαιρείσαι, σου ξεφεύγει το τανκ, σου γλιστρά, κι έρχεται να μπει το φως, να καεί το αρνητικό, να μαυρίσουν οι αναμνήσεις. Κάτι δεν έκανες καλά, κάτι δεν υπολόγισες σωστά, έφυγες από την σιγουριά της πεπατημένης, πήρε φως το φιλμ. Εφυγε από την καθημερινότητα σου η κανονικότητα, από τις μέρες σου ο έρωτας, έμεινες μόνος να κοιτάς, να θυμώνεις, να πληγώνεις, να μονομαχείς με τον χρόνο.
Μικρός ο χώρος.
Στοιβαγμένα ένα σωρό άχρηστα πράγματα σ’ αυτόν. Δίπλα στις λεκάνες και τους ογκομετρικούς σωλήνες, τα σκονισμένα σχέδια και προσχέδια μιας αρχιτεκτονικής μελέτης που ποτέ δεν εφαρμόστηκε. Δίπλα σε μας τους κανονικούς και βολεμένους, ο μεθυσμένος μετανάστης να κοιμάται στο παγκάκι και δίπλα του το άδειο μπουκάλι από το φθηνό κρασί και το πρόσθετο ξύλινο πόδι του.
Να μπορούσες να μας φωτογραφίσεις δίπλα-δίπλα. Εγώ κι αυτός. Νάσουν εκεί, να προλάβεις πριν ξυπνήσει και συνειδητοποιήσει ότι τον παρατηρώ ξεδιάντροπα, ότι χαίρομαι που δεν είμαι στην θέση του. Νάσουν εκεί!.
Μέχρι το επόμενο κλικ της μηχανής, μέχρι την επόμενη φορά που θα αστράψει το φλας και θα με τυφλώσει το πάθος, προλαβαίνω να ονειρευτώ;
Μην μου απαντήσεις. Ετσι κι αλλιώς ο φωτογράφος είναι πάντα ο παρατηρητής.
Έτσι κι αλλιώς μόνη μου μιλάω.
Μικρός ο χώρος.
Μικρός ο χρόνος.
Ετσι κι αλλιώς.
Σου ζήτησα να μείνεις, κι εσύ τρόμαξες.
Ηταν Παρασκευή. Ηταν Σάββατο.
Ηταν άνοιξη.


Το κείμενο αυτό γράφτηκε την Ανοιξη του 2002. Σήμερα στην εποχή της ηλεκτρονικής φωτογραφίας μοιάζει λίγο παράταιρο. Never mind.

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2007

Σινεμά κι όποιος αντέξει


Περί Πατριωτισμού και Αλλων δεινών.

Πάλι για σινεμά θα μιλήσω. Και μάλιστα για μια ταινία που πολύ με σύγχυσε.
«Γράμματα από το Ιβο Ζίμα» του Κλιντ Ιστγουντ.


Σας κάνω μια μικρή εισαγωγή, για να καταλάβετε το δράμα μου.


1ον: Εγώ τις πολεμικές ταινίες τις αποφεύγω τελείως, μα τελείως. Να φανταστείτε ούτε τον Παπαφλέσσα δεν έχω δει. Πόσο μάλλον την Γεφυρα του Ποταμού Κβάι ή τον Στρατιώτη Ράιαν. Οπότε τα «Γράμματα από το Ιβο Ζίμα» δεν ήταν στη λίστα του «θέλω να δω».


2ον: Ελα όμως που έχω και τις αδυναμίες μου. Τι να κάνω άνθρωπος είμαι. Πρώτο κόλλημα ο γιαπωνέζικος κινηματογράφος. Όλα τα έχω δει, ή σχεδόν όλα. Και κυρίως τα παλιά, τα ασπρόμαυρα. Δεύτερο κόλλημα ο Κλιντ ως σκηνοθέτης. Από την εποχή των «Ασυγχώρητων» πολύ τον έχω εκτιμήσει. Και το “Million Dollar Baby”, πολύ με συγκίνησε, παρά το γεγονός ότι έπαιζε αυτή η ατάλαντη η Χίλαρυ Σουάνκ.

Κι ενώ αρνήθηκα κατηγορηματικά να δω τις «Σημαίες των Προγόνων μας», ο συνδυασμός Ιαπώνων με Κλιντ Ιστγουντ συν τις διθυραμβικές κριτικές με έσπρωξαν στο σινεμά.

Τ Ρ Α Γ Ω Δ Ι Α !!!!!!!!!!!!!!!!!!!

1ον : Μπορεί αισθητικά, από άποψη μουσικής, φωτογραφίας, κίνηση της κάμερας, και αναπαράστασης της εποχής, casting και καλλιτεχνικής διεύθυνσης να ήταν όλα άψογα. Δεν ξέρω, γιατί τέτοια ήταν η σύγχυση μου που δεν μπορούσα να τα προσέξω.

2ον: Κυρίες και κύριοι ο τύπος είναι μέγας! Ο καλύτερος σύμμαχος του Μπους. Κατάφερε να κάνει μια ταινία που όλοι είναι Ιάπωνες, όλοι μιλούν γιαπωνέζικα, όλοι υποτίθεται ότι είναι από την πλευρά των ηττημένων, να είναι πιο φιλοαμερικανική κι από τον αμερικάνικο ύμνο. Του βγάζω το καπέλο.

3ον: Εξηγούμαι. Τέτοια προπαγάνδα, αριστούργημα, κανείς δεν την έχει ξανακάνει. Ο πρωταγωνιστής στρατηγός (Ken Watanabe) κι ένας ακόμα κύριος ρόλος (ο ολυμπιονίκης στην ιππασία, αξιωματικός) που γίνονται άμεσα συμπαθείς στον θεατή είναι αμερικανοτραφείς και συχνά πυκνά νοσταλγούν την Αμερική. Εχουν ζήσει στην Αμερική πριν από τον πόλεμο και πολύ τους εκτιμούν τους Αμερικάνους. Ενώ οι συνάδελφοι τους οι υπόλοιποι Ιαπωνες τους υπονομεύουν. Ο έτερος επίσης πρωταγωνιστής, ο άσημος και ταλάιπωρος Ιάπωνας στρατιώτης, πολύ θέλει να φύγει από το νησί και να γυρίσει σπίτι του και κοντέυει να γίνει λιποτάκτης. Ολοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες, όπως καταλάβατε είτε κρετίνοι παρουσιάζονται(που θέλουν να θυσιαστούν για έναν χαμένο σκοπό), είτε τελείως πολεμοχαρείς (υπάρχει κάποιος αξιωματικός που ζώνεται νάρκες για να θυσιαστεί και στο τέλος επιβιώνει εξαιτίας της χαζομάρας του).

4ον: Εαν κάποιος έχει διαβάσει έστω και ελάχιστα πράγματα για την κουλτούρα των Ιαπώνων θα είχε καταλάβει ότι καμία σχέση δεν έχει η ταινία με την πραγματική κοσμοθεωρία των Ιαπώνων. Οι Ιάπωνες υποστήριζαν αυτό που έπρεπε να κάνουν γιατί έτσι ήταν η κουλτούρα τους και οι όποιες αντιρρήσεις που υπήρχαν δεν εκδηλώνονταν ποτέ άμεσα. Γι αυτούς η έννοια της πατρίδας και της υπακοής προς τον αυτοκράτορα είναι δεύτερη φύση τους. Δεν είναι θέμα επιλογής. Δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά. Αυτός ο σεβασμός προς μια άγνωστη προς εμάς τους δυτικούς κουλτούρα δεν υπήρξε πουθενά στην ταινία.

5ον: Και έρχομαι στο μεγάλο μου θέμα. Καλά ο Κλιντ, έκανε μια ταινία υποτίθεται αντιπολεμική (δειτε το «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» του Τράμπο και μετά μιλάμε για αντιπολεμικές ταινίες) και ανύψωσε και το ηθικό των Αμερικάνων σε δύσκολες εποχές (με τον πόλεμο στο Ιρακ) και πέρασε και το μήνυμα ότι οι Αμερικάνοι είναι οι ήρωες. Αμερικάνος είναι ο άνθρωπος και καλά κάνει. Εμείς εδώ τι κάνουμε; Κανένας μα κανένας κριτικός δεν το είδε; Κανένας δεν πήρε είδηση την υπόγεια προπαγάνδα; Τίποτα; Δηλαδή δώστε μας ..... κουλτούρα (που μιλούν γιαπωνεζικά κι έχει μια πειραγμένη φωτογραφία) κι εμείς της δίνουμε από 4 εως 5 αστεράκια. Αλλη ταινία βλεπουν αυτοί κι άλλη ταινία εγώ; Δεν το καταλαβαίνω.

Συμπέρασμα : ΜΗΝ ΤΗΝ ΔΕΙΤΕ!!!!!!!!!!!!!!!

Αρε Κλιντ και σε είχα και σε υπόληψη!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2007

Κοίτα τι έκανες!


Περί κινηματογράφου ο λόγος.

1ον : Δεν πρέπει να πατάτε σε κάποιον τον κάλο. Γιατί μετά ανοίγει το στόμα του και δεν συμμαζεύεται. Εξηγούμαι, το δικό μου το βίτσιο είναι το σινεμά. Από την στιγμή που βρήκα αφορμή, δεν σταματώ.

2ον: Ως γνωστός αντιρρησίας συνειδήσεως, μονίμως διαφωνώ με τους κριτικούς κινηματογράφου, οπότε δράττωμαι της ευκαιρίας να πω δημοσιως την γνώμη μου.

Λοιπόν, είδα χθες την «Πηγή της Ζωής» (The Fountain) του Ντάρεν Αρονοφσκι.

- Εξαιρετικά σκηνικά και φωτογραφία, ιδίως οι σκηνές του ταξιδιού του μελλοντικού ανθρωπου μέσα σε μια κάψουλα που ταξιδεύει στο κέντρο ενός νεφελώματος. Ναι το ξέρω ότι είναι περίπλοκο έτσι όπως το περιγράφω και υποθέτω και στην σύλληψη της ιδέας, αλλά η κινηματογραφική του μεταφορά το κάνει απλό.

- Δεν μου άρεσε ο πρωταγωνιστής (Χιου Τζάκμαν)(Πού τον έχω ξαναδεί, τώρα δεν μούρχεται). Πολύ αμερικάνος, ατσαλάκωτος, με την ίδια πονεμένη έκφραση μονίμως. Οταν παίζει τον μελλοντικό άνθρωπο και είναι κουρεμένος γουλί κάπως είναι καλύτερος, αλλά γενικά είναι λίγος.

- Η πρωταγωνίστρια Ρέητσελ Βάις (βλέπε «Ο επίμονος κηπουρός») γλυκανάλατη.

- Το στόρυ νεφελώδες στην σύλληψη του, αλλά πολύ καθαρά και κινηματογραφικά δοσμένο. Μια ιστορία αγάπης και θανάτου από την Ισπανία της Ισαβέλλας μέχρι το μακρινό μέλλον με ενδιάμεση στάση στο παρόν, όπου και εξελίσσεται η βσική πλοκή.

- Αψογη κίνηση της κάμερας, πολύ καλή μουσική.

- Το ατού της ταινίας : το μυαλό ή καλύτερα η τρέλλα του Αρονοφσκι που γράφει εξαιρετικά. Δεν είναι Ταρκόφσκι, (Σταλκερ) δεν είναι Κιούμπρικ (Οδύσσεια 2001), αλλά έχει ένα προσωπικό στυλ που εμένα με κέρδισε. Μπήκα στην ταινία, που αυτό είναι και το ζητούμενο και ταξίδεψα. Δεν ενθουσιάστηκα (όχι δεν είναι για 4 αστεράκια κε Φραγκούλη), αλλά δεν είναι και για φτύσιμο (1 ½ κύριε Μήτση). Μεταξύ 2 ½ και 3.

- Να την δείτε. Οι σκηνές με το νεφέλωμα είναι όλα τα λεφτά. Το τέλος δεν μου πολυάρεσε, αλλά πάλι εγώ αυτά τα μεταφυσικά και την προσέγγιση την κάπως θρησκειολογική του θέματος ζωή-αγάπη-θάνατος δεν την πολυμασάω.

- Και για να πω και την αμαρτία μου, μαλλόν είναι μια ταινία βραδυφλεγής που ζει μέσα σου.

Αυτά για να μάθετε να μου πατάτε τον κάλο!

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2007

7 και να καίνε sequel (όλα τα blogbusters έχουν sequel)


Μετά την πρόσκληση της Adomiel, επανέρχομαι (με απείλησε το ομολογώ).


1η: Με μεγάλη διαφορά : 3 iron (Oλομόναχοι μαζι) Κιμ Κι Ντουκ. Κορέα.

Η ποίηση και η απλότητα στον κινηματογράφο. Με στοίχειωνε για μέρες.


2η: Ο άρχοντας των δαχτυλιδιών. Τα παραμύθια πάντα με συναρπάζουν (όλη η τριλογία)


3η: Μala Education . Πέδρο Αλμοδοβάρ. Μαζί με το Habla con ella, οι καλύτερες στιγμές του.


4η: Ladybird, ladybird. Κen Λόουτς πολλών οκτανίων. Καθαρόαιμο σχόλιο κατά του κοινωνικού ρατσισμού.


5η: O Δράκος του Νίκου Κούνδουρου. Ο μέγιστος Ηλιόπουλος.


6η: La strada του Φελλίνι. Κάθε φορά που την βλέπω κλαίω.


7η: Kαι μια πολύ πρόσφατη: The sheperd (O καθοδηγητής) του Ρόμπερτ ντε Νίρο. Το ομολογώ δεν του τόχα.

7 και να καίνε (ή να μας καίνε)


Απαντώντας στην πρόσκληση-πρόκληση της αλκυόνης, παραθέτω :


And the Oscar goes to..... Mullholand drive.

Για μένα μακράν η καλύτερη ταινία που έχω δει και ξαναδεί και ξαναδεί.

Αυτός ο απίστευτος άνθρωπος (ο Ντέηβιντ Λυντς) έκανε αυτό που σκεφτόμουν χρόνια, κινηματογράφησε τα όνειρα, με την αναρχία αλλά και την πειθαρχία που χαρακτηρίζει ένα όνειρο.


2η : Του ιδίου : Wild at heart (Ατίθαση καρδιά). Νο comment!


3η : All about Eve (Oλα για την Εύα) Μανκίεβιτς-Mπετι Ντέηβις. Η αποθέωση της γυναικείας ψυχοσύνθεσης.


4η: Η ωραία καβγατζού (La belle noiseuse) του Ζακ Ριβέτ. H πιο ερωτική.


5η: Τρέξε λόλα, τρέξε του Τομ Τίκβετ . Εξαιρετική αγωνία! Τρέμε Χίτσκοκ.


6η: Ο πολίτης Κέην (Citizen Kane) του Ορσον Ουέλες. Γϊνομαι κοινότοπη το ξέρω.


7η-α: Η υπόσχεση (The Pledge) του Σον Πεν με τον Τζακ Νίκολσον. Η παρακμή με όλη της την συγκίνηση.

7η-β:Sweet and lowdown (Συμφωνίες και διαφωνίες) του Γούντι Αλλεν με τον Σων Πεν για την τζαζ και τους vagabonds.


Και εκτός συναγωνισμού γι αυτό και εκτός κατάταξης το αριστούργημα του κινηματογράφου κατά την υποκειμενική μου άποψη : "ΟΙ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ" (ασπρόμαυρη του 1954 από τον μέγιστο ΚΕΝΖΙ ΜΙΖΟΓΚΟΥΤΣΙ).


Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2007

Ενα ακόμα τραγουδάκι

Ενα ακόμα .... ατοπ(οι)ημα
στιχουργικής , το οποίο έγινε
τραγουδάκι τζαζ, αλλά δεν έγινε
ποτέ cd!
Αφιερωμένο εξαιρετικά στο "μάτι" μου,

με όλη την αγάπη και την λατρεία μου.
Για να μην φοβάται τον
χρόνο που περνά.
Μόνο κέρδος είναι.




«Χρόνος απόντας»
Τελικό σχεδίασμα


Γυρίζουν οι δείκτες, στο μέλλον ποιόν ψάχνουν;
Σα ρούχα ξένα, σπίτια, μάτια, κλεισμένα.
Ο χρόνος δεν ήταν, γιατί;
Ανοίγει, κλειδώνει, γιατί;

Σε πόλεις ονείρων, στους άδειους τους δρόμους,
σα φύσεις νεκρές, λέξεις, σκέψεις, διαδρομές.
Ο χρόνος δεν είναι για μας.
Χωρίζει, σκοτώνει κι εμάς.

Κλείνω πάλι πόρτες, σ’ αγάλματα φίλους.
Το σώμα κρύο, ώρες, μέρες, άδειες ψυχές.
Ο χρόνος δεν θάναι ξανά.
Ο χρόνος δεν ήταν ποτέ.

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2007

Ενα τραγουδάκι ;

Κάποτε μου ζήτησαν να βάλω λόγια σε μια τζάζ
μουσική. Το παρακάτω στιχούργημα είναι το
αποτέλεσμα. Το τραγουδάκι δημιουργήθηκε (σε
μουσική Peter Massink) aλλά δεν υπάρχει σε cd.
Το αφιερώνω στην καλή μου φίλη KYRIAYF, για τα λόγια της.

ΕΡΩΤΑΣ ΧΑΡΟΣ

Χωρίς το δίχτυ κάνω βουτιά,
χωρίς μια μοίρα, ανοίγω φτερά.
Στην τύχη ποντάρω,
στον έρωτα χάρο μοναχά.
Ζω για μένα.
Ζω για σένα.
Τον κόσμο πάλι προκαλώ,
κι ας είναι να χαθώ.

Χωρίς αγάπη, κλείνω πληγές.
Χωρίς τραγούδι, ακούω φωνές.
Στην μοίρα ποντάρω
εμένα ρισκάρω, δυο φορές.
Ζω για μένα.
Ζω για σένα.
Στους μύθους θέλω να βρεθώ,
κι ας είναι να χαθώ.

Χωρίς ανάσα, δίνω ρυθμό.
Χωρίς τα πιόνια, κερδίζω εγώ.
Στο στόμα τσιγάρο,
τον έρωτα χάρο προκαλώ.
Ζω για για μένα.
Ζω για σένα.
Καπρίτσιο βάζω στο μυαλό,
κι ας είναι να χαθώ.


Σημείωση : Ο πίνακας είναι η αυτοπροσωπογραφία του αγαπημένου ζωγράφου Lucien Freud.