Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2007

Μνήμη


Οκτώβριος 2000 : Οταν χτύπησε το τηλέφωνο ήταν Κυριακή πρωί, γύρω στις επτά. Το περίμενα αυτό το τηλεφώνημα πολλά χρόνια. Από την άλλη άκρη η φωνή της μαμάς. Ελα. Ο μπαμπάς.

Φεβρουάριος 2007 : Όταν χτύπησε το τηλέφωνο ήταν Κυριακή πρωί, γύρω στις επτά. Δεν το περιμέναμε αυτό το τηλεφώνημα. Η μέγγενη μου έσφιξε την καρδιά. Από την άλλη άκρη της γραμμής η φίλη. Η Κατερίνα έφυγε.

Ο πόνος δεν έχει συντελεστή. Δεν έχει πολλαπλασιαστή. Εχει μόνο διάρκεια.

Στο 3ο νεκροταφείο : Στην κηδεία του μπαμπά, ήθελα να φορέσω λευκά. Εκανε και μια αφύσικη ζέστη για τέλος Οκτωβρίου. Τα μαύρα με ζέσταιναν. Και τα δάκρυα δεν έρχονταν.

Στο 1ο νεκροταφείο : Στην κηδείας της Κατερίνας δεν θυμάμαι τι φόραγα κι ας έχουν περάσει μόνο μερικοί μήνες. Στην σκιά έκανε ψύχρα και ο ήλιος δεν μπορούσε να με ζεστάνει. Και τα δάκρυα δεν έρχονταν.

Ο αποχαιρετισμός δεν φέρνει ανακούφιση. Δεν σου επιφυλάσσει καμία δικαίωση. Μόνον απουσία.

Ο μπαμπάς ήταν χρόνια άρρωστος. Οταν πια πέθανε ένιωσα ξαλαφρωμένη.

Η Κατερίνα έψαχνε χρόνια να βρει αυτό που όλοι μας αναζητάμε. Οταν πέθανε μας άφησε με ένα μεγάλο γιατί.

Η αγάπη μετριέται με τις εκλεκτικές συγγένειες κι όχι με τις εξ’ αίματος, νόμιζα.
Η αγάπη μετριέται όπως εκείνη θεωρεί ότι μπορεί να αναμετρηθεί
.

Νοέμβριος 2000 : Μόνη στο παλιό σπίτι. Ανήμερα της γιορτής μου σε μια προσωπική συζήτηση με ένα μπουκάλι βότκα κι ένα απόντα.

Φεβρούαριος 2007 : Ολοι μαζί στο Καφέ Αβησσυνία. Ανήμερα των γενεθλίων μου. Σε μια γιορτή – μνημόσυνο.

Με την φθορά δεν θα συμφιλιωθώ ποτέ.
Με τις απώλειες δεν θα κάνω ανακωχή.

ΥΣ: Να θυμηθώ να δώσω σ΄εκείνους που το χρωστάω, ένα φιλί.

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2007

Παρασκευή βράδυ στην άκρη της πόλης

Όλα ήταν σχεδόν άγνωστα. Παρά την σινεμανία μου, ούτε την ταινία ήξερα κι ας ήταν του ’90 ούτε τον σκηνοθετη (Reflecting skin του Φίλιπ Ρίντλευ). Ετσι ρώτησα απλά ένα φίλο, είναι καλή κι εκείνος αδίστακτα είπε, εσένα θα σου αρέσει. Τα ταξίδια ξεκινάνε από τις αίθουσες αναμονής, τουτέστιν από τον κινηματογράφο που θα πας.

Κατεβαίνω τις σκάλες για το ΑΣΤΥ πολλά χρόνια τώρα, κι η αίσθηση είναι πάντα η ίδια, μια αόρατη μαγική πόρτα που οδηγεί σε χρόνους απόντες και παρελθοντικούς. Παρά το υπερμοντέρνο γυμναστήριο που ενοχλεί την ματιά, η ατμόσφαιρα του παλαιϊκού διασώζεται. Και τι δεν έχω δει εδώ μέσα. Από την «Αυτοκρατορία των αισθήσεων» μέχρι τις «Ζωές των άλλων». Βυθίζομαι στην πολυθρόνα, που ευτυχώς για την μεση μου δεν μετράει τόσα χρόνια, και περιμένω τους τίτλους της αρχής.

Δεκατία του 50, μια Αμερική περίκλειστη και ασφυκτική, ανασαίνει τον συντηρισμό και την προκατάληψη. Σε μια αγροτική περιοχή που τα χρώματα είναι λες και βγαίνουν από πίνακες ζωγραφικής, τόσο έντονα και φωτεινά, σε μια προσπάθεια να νικήσουν το μαύρο που αναβλύζει από παντού, ένα επτάχρονο αγόρι ανακαλύπτει τον κόσμο. Ο πατέρας του αυτοκτονεί όταν κατηγορείται για τη δολοφονία ενός μικρού αγοριού, εκείνος όμως πιστεύει ότι είναι έργο της μυστηριώδους νεαρής χήρας Ντολφίν.

Δύσκολη ταινία. Στα όρια του προκλητικού και του ακατόνοητου. Πρέπει να αφεθείς, να μπεις στο εφιαλτικό σύμπαν του μικρού Σεθ, να βιώσεις μαζί του την διαστρέβλωση μιας πραγματικότητας που έτσι κι αλλιώς κατακερματισμένη και αποσπασματική αγγίζει τον καθένα μας.

Η αθωότητα της παιδικής ηλίκιας που ποτέ δεν υπήρξε, η μητρική αγάπη που μόνιμα γίνεται δηλητηριώδης, ο έρωτας που πάντα οδηγεί στην τρέλα και τον θάνατο, και οι αμαρτωλές σκέψεις που τους στοιχειώνουν όλους και επιφέρουν την έσχατη τιμωρία. Όλα αυτά κινηματογραφημένα σχεδόν λυρικά, σ’ ένα τοπίο όπου τα κίτρινα στάχυα της απεραντοσύνης εναλλάσσονται με τα κουφάρια σκουριασμένων αυτοκινήτων υπό τους ήχους μιας έξοχης αγωνιώδους μουσικής.

Απαιτητική ταινία. Δεν σ΄αφήνει να αναπνεύσεις. Για να σε κάνει στο τέλος να ταυτιστείς με την κραυγή απελπισίας ενός παιδιού που συνειδητοποιεί πως η ενηλικίωση του θα διαρκέσει σε όλην την ζωή.
Τίτλοι τέλους. Βουβοί.

Ανεβαίνω τις σκάλες και βγαίνω σε μια Αθήνα που με υποδέχεται με ψύχρα. Χρειάζομαι ένα ποτό. Κατηφορίζω προς τα Εξάρχεια. Γνώριμες διαδρομές, καινούργια στέκια κι ένας κόσμος στα τραπεζάκια έξω που μπορεί και να μην αλλάξε ποτέ. Αρυτίδιαστος και πάντα ανήσυχος.

Ο φίλος κερνάει μουσικούλες κι εμείς οι υπόλοιποι αναλωνόμαστε στις γνωστές ατέρμονες, ατελεύτητες και άσκοπες συζητήσεις του μπαρ και του αλκοόλ. Λικνιζόμαστε στην κόψη του ξυραφιού μιας νεότητας που έφυγε και μιας ωριμότητας που δεν ήρθε ακόμα. Στο μεταίχμιο και στο περιθώριο. Στην άκρη της πόλης.

Χαμογελάμε συνομωτικά. Χαλαρώνουμε επικίνδυνα. Χανόμαστε και ξαναβρισκόμαστε σε τροχιές και σύμπαντα τόσο διαφορετικά και τόσο όμοια.

Η νύχτα προχωράει αμείλικτα.

Φεύγω. Περπατάω γρήγορα. Κάνει λίγη από αυτή την ευπρόσδεκτη , λυτρωτική ψύχρα του φθινοπώρου.

Φθάνω σπίτι. Στο σκοτάδι του δωματίου αναπολώ την ταινία και λίγο πριν βυθιστώ σκέφτομαι πως αυτή η Παρασκευή στην άκρη της πόλης είχε θραύσματα από την μαγεία του Ντέηβιντ Λύντς.

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2007

Αύριο

To σινεμά έπαιξε και εξακολουθεί να παίζει "τρομακτικό" ρόλο στην ζωή μου. Διαβασα το "Οσα παίρνει ο άνεμος" στη ηλικία των 10 και το είδα στον κινηματογραφο "Ιριδα" εκεί που είναι τώρα το "Μετρο" σε ηλίκια 12 ή 13. Αυτό το σχεδίασμα αποτελεί μια παράφραση της διάσημης τελευταίας φράσης της Σκάρλετ Ο Χάρα (κατά κόσμον Βίβιαν Λη), "Αύριο είναι μια άλλη μέρα".
Εξαιρετικά αφιερωμένο λοιπόν σε όλους εμάς που θεωρούμε ότι το αύριο είναι η χώρα του πιθανού και του απολυτα προσιτού. Οπως ακριβώς ο κόσμος του σελυλόιντ.

Αύριο πάλι,

σε παρελθόντες χρόνους θα γυρνάς.

Αύριο πάλι,

για πιθανούς θανάτους θα πονάς.

Και μια πανάκριβη σιωπή θ’ αναζητάς.


Αύριο πάλι,

ψυχή μου ταραγμένη.

Αύριο πάλι,

καρδιά μου διχασμένη.

Για την αγάπη την χαμένη.


Αύριο πάλι,

χαμένες μουσικές θα μουρμουράς.

Αύριο πάλι,

για σκορπισμένους μύθους θα μιλάς.

Σ’ άδεια δωμάτια θα ξενυχτάς.


Αύριο πάλι,

ψυχή μου ταραγμένη.

Αύριο πάλι,

καρδιά μου διχασμένη.

Για την αγάπη την χαμένη.


Αύριο πάλι,

θάμαι εδώ.

Nα σε κοιτώ.

Να σου μιλώ.

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2007

H επόμενη μέρα

«Κουράστηκα να μπερδεύω τις ψυχές», είπε ο Λαβύρινθος.

«Κουράστηκα να ζω με δανεικά όνειρα», είπε ο Ονειρόπολος.

«Κουράστηκα ν’ αντανακλώ την ασχήμια», είπε ο Καθρέφτης.

«Κουράστηκα ν’ ακούω μόνον τον ήχο της κραυγής μου», είπε η Ηχώ.

«Κουράστηκα ν’ αναζητώ το άλλο μου μισό», είπε ο Ερωτας.

«Κουράστηκα να βλέπω μόνον την άρνηση στα μάτια σου», είπαν τα Μάτια.

«Κουράστηκα να εφευρίσκω άλλα πειράματα», είπε ο Αλχημιστής.

«Κουράστηκα να φυλάω τον ύπνο σου», είπε ο Φίλος.

«Κουράστηκα να παίζω όλους τους ρόλους», είπε ο Ηθοποιός.

«Κουράστηκα να ξεγελάω τις μοναξιές μου», είπε η Μοναξιά.

«Κουράστηκα να βάζω χρώμα στις εικόνες σου», είπε ο Ζωγράφος.

«Κουράστηκα να αιχμαλωτίζω τις λέξεις για να σου περιγράψω τον κόσμο», είπε ο Ποιητής.

«Κουράστηκα να ζω με δανεικές αγάπες» είπα Εγώ.

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2007

Περι πάθους και άλλων δεινών

Βαθιά αναπνοή. Ψυχραιμία. Να κατέβει το αίμα από το κεφάλι που μου ανέβηκε, να πιω μια γουλιά καφέ, (κατι τέτοιες ώρες λέω να το αρχίσω το κάπνισμα.....), να ελέγξω το στόμα μου μην αρχίσει και λειτουργεί από μόνο του και μετά δεν μαζευόμαστε.
Ωραία.
Να ασχοληθώ με κάτι άλλο για λίγο.

Λοιπόν, τις περισσότερες αποφάσεις στην ζωή μου τις πήρα εν θερμώ. Λόγω χαρακτήρα, λόγω φόβου να προλάβω τις οποιες εξελίξεις, δεν έχω καταλήξει ακόμα.
Ετσι με πάθος μπαίνω στους έρωτες αλλά και στις σκοτεινές αίθουσες, στις ιστορίες των βιβλίων, στις φιλικές σχέσεις.
Εχει βέβαια και τις ολέθριες συνέπειες της αυτή η συμπεριφορά. Την απώλεια της βραδύτητας. Τον χρόνο που παίρνεις για να κοιτάξεις ξανά και ξανά τα πράγματα. Να παρατηρήσεις τις λεπτομέρειες. Τις αποχρώσες ενδείξεις στις συμπεριφορές. Ορμητικό ρέμα ο ενθουσιασμός σε κατακλύζει, και χάνεις την ακινησία της ηρεμίας.

Μεγαλώνοντας, και κουβαλώντας χιλιάδες μικρές ενοχές μαζί μου, δεν απώλεσα το πάθος μου , απλά έμαθα να ξαναγυρίζω πίσω στην αφετηρία της έξαψης. Να ψάχνω την αιτία που μου δημιουργεί αυτήν την υπέροχη αίσθηση ότι έχω ολόκληρο τον κόσμο στην παλάμη μου.
Βέβαια με το ξανακοίταγμα μπορεί το τοπίο να θολώσει, ο έρωτας να μικρύνει, η ταινία να εκθρονιστεί...... Μπορεί όμως και να ανακαλύψω ότι ο σιωπηλός νέος φίλος, βλέπει πράγματα μ’ ‘εναν τρόπο που δεν έχω ξανασυναντήσει. Και ξαναμπαίνω έτσι στο ταξίδι των αισθήσεων και των παραισθησιογόνων που γεννάει η αδρεναλίνη.

Αλλη μια βαθιά αναπνοή. Μια ακόμα Παρασκευή προχωράει. Λίγες ώρες ακόμα και ο έλεγχος των ωρών θα επανέλθει στην αποκλειστική κυριαρχία μου. Μια γουλιά ακόμα καφέ που σιγά σιγά παγώνει, μια ακόμη σκέψη για βόλτες στην θάλασσα.

Εμαθα συνδιαλέγομαι με την απολυτότητα των απόψεων μου και τις υψηλές συχνότητες της φωνής μου. Χαμηλώνω τους τόνους, αφήνω τον άλλο να μιλήσει, ανασκευάζω, ή μένω αμετακίνητη στις θέσεις μου. Ετσι κι αλλιώς η ζωή είναι πολύχρωμη.

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2007

Αιχμάλωτη

Mερικές φορές τα πράγματα θέλουν τον χρόνο τους για να κατασταλάξουν μέσα μας. Ετσι και αυτό το βιβλίο το «Τράνζιτο» της Αννα Ζέγκερς (εκδόσεις Αγρα) ωρίμαζε μέσα μου όλο το καλοκαίρι. Δύσκολο βιβλίο αλλά και συγχρόνως τόσο γοητευτικό. Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο με την φωνή και το βλέμμα του ανώνυμου αφηγητή παίζουν εδώ το ρόλο του οδηγού στο φριχτά γοητευτικό κόσμο της Μασσαλίας του 1940.

Παλιοί μαχητές του Ισπανικού Εμφυλίου, λιποτάκτες, Εβραίοι, συγγραφείς, καλλιτέχνες και Γερμανοί αντίθετοι με τον ναζισμό -κάποιοι απ' αυτούς πρόσφυγες στη Γαλλία από το 1933, όλοι αυτοί που η Βέρμαχτ κυνηγά βρίσκονται με την πλάτη στραμμένη στη Μεσόγειο, με την αναμονή μιας υποθετικής επιβίβασης σε κάποιο πλοίο προς την ελευθερία. Και αν η Μασσαλία βρίσκεται ακόμα σε ελεύθερη ζώνη, κανένας μεταξύ των φυγάδων δεν έχει αμφιβολίες για την επικείμενη ολοκληρωτική κατοχή της Γαλλίας.

Κι ο αφηγητής να ιστορεί το τίποτα την ακινησία, την απελπισία ενός πρόσφυγα που κατά βάθος δεν θέλει να φύγει, αλλά σε πείσμα των καιρών θέλει να ριζώσει και ν’ αποκτήσει πατρίδα. Να μιλάει και να ξεδιπλώνεται μπροστά μου μια Ευρώπη πανικόβλητη που ψάχνει την σωτηρία με όποιο τίμημα.

Ένα οδοιπορικό σε μια παγωμένη Μασσαλία κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ενας άνθρωπος που το όνομα του ούτε μια φορά δεν αναφέρεται στο βιβλίο, που ανηφορίζει και κατηφορίζει την Canebiere, που ανηφορίζει και κατηφορίζει από την απόλυτη εγκατέλειψη στο κρεσέντο ενός τρελού και σιωπηλού έρωτα.

Μπήκα στην ατμόσφαιρα, ένιωσα πολλές φορές το στομάχι μου να σφίγγεται, αγωνιούσα να δω τι θα συμβεί σε αυτόν τον άγνωστο που ξαφνικά έγινε φίλος, γνωστός, σύντροφος στην κατάρα του να είσαι Ευρωπαίος.

Διάβαζα εικοσι σελίδες και μετά έπρεπε να πάρω ανάσες, κι όμως φτάνοντας στο τέλος κατάλαβα ότι το γράψιμο βάλσαμο και βάσανο.

Τράνζιτο είμαστε όλοι μας. Περιμένουμε το πλοίο που θα μας οδηγήσει στην μεγάλη φυγή, κι όταν εκεί ελλιμενιστεί παντα κάποιο χατρί μας λείπει και μας εμποδίζει την επιβίβαση.

67 χρόνια μετά , το βιβλίο αυτό είναι τόσο σύγχρονο, που σε σκιάζει. Λες και ολόκληρος ο πλανήτης έχει μείνει ακίνητος.

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2007

Πρόσκληση για φίλους

Να ξεκινήσω το κείμενο από την αφιέρωση. Αφιερωμενο λοιπόν σε όλους εσάς τους διαδικτυακούς φίλους που απέκτησα, αυτούς τους λίγους μήνες της περιπλάνησης. Στον Ηλία, την Δώρα, το Γιτσάκι, τον Alps, τον Γιατρό από το Buffalo, το κινηματογραφικό δίδυμο (όπως οι Αδελφοί Κοέν) Αχιλλέα και Πάνο, την Κυρία Υφ, τον Στέφανο, την αγαπημένη Adomiel (κύρια αιτία της αρχικής ενασχόλησης μου με τον χώρο), την ξενιτεμένη 3pad, την Εsther, τον Ακη (μαζί με όλη την παρέα των σινεφρικ που συναντηθήκαμε εκείνο το βράδυ στο Αλφαβίλ), την Μαργαρίτα την Βιομηχανική, τον Γεράσιμο και το Καίσαρα, κι όποιον πιθανόν ξεχνάω αυτή την στιγμή (ένεκα το γνωστό αλτσχάιμερ).
Ελπίζω κάποια στιγμή να μαζευτούμε γύρω από ένα τραπέζι.

Φύλλα ημερολογίου
Σάββατο 1 Σεπτέμβρη.

Θυμάμαι σε εποχές κατάθλιψης εκείνο που μου έλειπε ήταν ο ύπνος το πρωί όταν δεν έπρεπε να ξυπνησω νωρίς. Ανοιγαν τα μάτια μου μόνα τους, άνευ λόγου πολύ πρωί. Ετσι και σήμερα. Παρότι Σάββατο, έπινα καφέ από τις 8:00.

Είπα να πάω λαική πριν χτυπήσει το 40άρι.

Μ' αρέσει η διαδρομή που περπατάω μέχρι που να φτάσω. Μιχαήλ Βόδα και Αλκαμένους. Με πορεία προς τον Αγιο Παντελεήμονα. Παραγκωνισμένες συνοικίες της Αθήνας.

Πολωνοί στα σκαλοπάτια των πολυκατοικιών της Μ. Βόδα έχουν ήδη αρχίσει τις μπύρες.

Νεοκλασσικά ατημέλητα, που έχουν γλιτώσει από την αναστήλωση του νεοέλληνα, μετρούν στα ντουβάρια τους πολλές γενιές. Τώρα τελευταία μόνο ξένους. Οι έλληνες τα περιφρόνησαν.

Ενα λυκόσκυλο με κοιτάει στο ύψος των ματιών μου την ώρα που περνάω μπροστά από το μπαλκόνι του σπιτιού. Τα παράθυρα ανοιχτά. Εχει ήδη αρχίσει η ζέστη. Κοιτάω μέσα. Κλέβω λίγο από τον προσωπικό χώρο των αγνώστων ιδιοκτητών. Στο βάθος του σπιτιού με τις ορθάνοιχτες μπαλκονόπορτες ξεχωρίζει ο εσωτερικός πίσω κήπος. Το μάτι μου πιάνει και μια παλιά ραπτομηχανή Singer, ακμαία ακόμα. Ντρέπομαι, προχωράω.

Εγώ που μαγειρεύω σπάνια, περνάω την μισή μου μέρα μέσα στην κουζίνα. Εργασιοθεραπεία. Να φάμε ένα φαγάκι της προκοπής, βαρέθηκα πια τα έξω. Βρήκα και κάτι ταπεινούς κολιούς, που πολύ τους λιμπίστηκα. Δίπλα τους οι τσιπούρες (ιχθυοτροφείου) δεν έπιαναν μπάζα. Στο φούρνο, με θυμάρι άντε και λίγο αρισμαρί (στο χωριό της γιαγιάς έτσι το λένε το δεντρολίβανο). Και αμπελοφάσουλα σαλάτα. Και μελτζάνες στην κατσαρόλα με φρέσκια ντομάτα και κάπαρη (μια παραλλαγή ιταλικής καπονάτα που μου εκμηστηρεύτηκε πέρισυ στην Ρώμη μια ιταλίδα Μάμα που είχε μια εξαιρετική τρατορία, και που πολύ συγχιζόταν όταν δεν έγλυφες το πιάτο σου). Και χαλβά με σιμιγδάλι για γλυκό. Οσο για τις γάτες μου ήδη τους πήραν είδηση τους κολιούς και με πολιορκούν για μεζέ.

Κι ύστερα μόλις πέσει ο ήλιος να μεταφυτέψω μια πιπερίτσα και μια αγριτριανταφυλλιά που με περιμένουν από χθες στην βεράντα και στεναχωριούνται στις στενές τους πλαστικές γλάστρες. Τους έχω ήδη έτοιμες μεγάλες πήλινες.

Κι εχω την τηλεόραση που μεταδίδει τους αγώνες του στίβου στην διαπασών, να την ακούω σε όλο το σπίτι. Δεν έχω διάθεση για μουσική σήμερα.

Κι ύστερα μετά το φαγητό έχω και το Βιβλιοδρόμιο από τα ΝΕΑ να με περιμένει.

Πήρα και το "Αρωμα" να δω στο dvd. Να μην ξεχάσω να βάλω και καμιά μπύρα στην κατάψυξη λίγο πριν φάμε.

Ασχολίες για να ξεχαστώ. Να σπρώξω την θλίψη λίγο πιο έξω. Να μπω στους ρυθμούς μου πάλι. Να μπορέσουν τα όνειρα να ξαναγυρίσουν, έστω και δειλά.

Αγριο πράγμα η λησμονιά. Ακόμα πιο άγριο ο άνθρωπος.

Φύλλα ημερολογίου sequel.
Σάββατο 8 Σεπτέμβρη.

Εγώ που βαριόμουνα φριχτά τα τραπεζώματα στο σπίτι, τώρα πια πολύ τα αγαπάω. Μαζευόμαστε η «οικογένεια». Αυτή η επίκτητη, η υιοθετήμενη. Οι φίλοι που αποκτάς με τα χρόνια και τους προσέχεις σαν τα μάτια σου, σαν να αλαβάστρινες κούκλες, εύθραυστες κι ευαίσθητες από του καιρού την αγριάδα.

Κι εκεί ανάμεσα σε πιατέλες με φαγητά και μπουκάλια με κρασί ξεκλειδώνονται οι καρδιές, κι αναπνέουμε πιο χαλαρά.

Αυτή τη φορά με πήραν μπάλα οι υποχρεώσεις και ξεκίνησα για την λαική, αργούτσικα. Είχε και δροσούλα.

Την έπιασα από την αρχή, από τους πάγκους με τα μπιχλιμπίδια. Οτι μπορείς να σκεφτείς, από πειρατικά cd μέχρι στρίγκ αριαδιασμένα αθώα σε κοινή θέα. Και δίπλα η μεγαλούτσικη κυρία του περασμένου αιώνα, με τα μαλλιά μόλις βγαλμένα από το συνοικιακό κομμωτήριο, καλοβαλμένη και λίγο σνομπ να περιεργάζεται τα καλτσόν (3 στην τιμή των 2 ) και να ρίχνει κλεφτές ματιές σ΄ένα ροζαλί στριγκ με φιογκάκι. Σε μια νεότητα που έφυγε ανεπιστρεπτί. Σε μια γειτονιά που άλλαξε μέσα σε μια νύχτα ίσως;

Πόσο μ αρέσει η καλημέρα του παραγωγού που μ΄έμαθε πια , (τόσα Σάββατα του ζουλάω ξεδιάντροπα τις ντομάτες του) . Ηχος χαιδευτικός, χαρμόσυνος, οικείος. Και η ψαρρού που με μαλώνει. «Αργησες, τα καλά κομμάτια έφυγαν νωρίς. Τα μπαρμπούνια να πάρεις.»

Καμιά φορά αναγνωρίζω το πέρασμα των εποχών από τους πάγκους. Γεμισε σήμερα η λαϊκή με σταφύλια. Φθινοπωριάζει. Αντε να πάρω και λίγα σύκα. Λαίμαργα δαγκώνω ένα και σέρνω το καρότσι λίγο πιο κάτω.

Και χόρτα για συνοδευτικό για τα μπαρμπούνια. Βλήτα και ραδίκια πικρά. Κι αυγά. Θα φτιάξω κι ένα κέηκ.

Και πατατούλες τηγανητές. Να τις πασπαλίσω με ρίγανη. Την φέραμε από τις διακοπές. Έχει μυρίσει το ντουλάπι.

Και οι απαραίτητες γλαστρούλες. Λουίζα και πιπερόριζα. Οχι ότι τις βάζω στο φαγητό (κι ας λένε τα περιοδικά γαστρονομίας που ξεφυλλίζω μετά μανίας τις Κυριακές), έτσι άμα μου χρειαστεί ποτέ να έχω στην βεράντα.

Οι φίλοι έφεραν το κρασί. Λευκό να ταιριάζει με τα ψαράκια μας. Και την κουβεντούλα, που βέβαια λόγω των ημερών ξέφυγε κι άγγιξε τα απαγορευμένα μονοπάτια της πολιτικής (τέτοιες συζητήσεις χαλάνε την πέψη). Αλλά δεν βαριέσαι, μετά μας πιάσανε τα γέλια, ψιλοδακρύσαμε και λίγο, κι ύστερα συρθήκαμε στους καναπάδες και κλείστηκε ο καθένας μας στο δικό του τ΄ άπιαστο όνειρο.

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2007

Μελόδραμα

Τόπος: Αθήνα του 2007, κεντρικός κινηματογράφος, ασπρόμαυρη ελληνική ταινία σε avant-premiere για τους λίγους κι εκλεκτούς σινεφίλ.

Η υπόθεση: Μελόδραμα.

Οι ηθοποιοί: Παγκοσμίου φήμης άγνωστοι.

Ο σκηνοθέτης: Αμφιβόλου εθνικότητας με κάκιστη γνώση της ελληνικής γλώσσας.

Οι θεατές: Ψύχραιμοι εν εξάλλω καταστάσει.

Εξωτερικό, μέρα. Το ζευγάρι των πρωταγωνιστών δειπνεί σε γνωστό σουβλατζίδικο του Μοναστηρακίου, υπό τον προβολέα ενός τεράστιου τηλεσκοπικού γερανού και υπό τους ήχους ενός ξεκούρδιστου ακορντεόν και μιας κομπανίας που τραγουδά ρεμπέτικα και έλκει την καταγωγή της από την μαγευτική Ρουμανία! Πάνω στο τραπέζι ένα δέμα, δώρο, πακέτο, κάτι τελοσπάντων που αποτελεί και το αντικείμενο της συζήτησης τους.

Εκείνη : - «Εξάλλου, επιβάλλεται ένα αποχαιρετιστήριο δώρο». Μια πρόταση αποβραδίς σχεδιασμένη, προσεγμένη και στο παραμικρό της κόμμα.

Εκείνος : - «Γιατί ποιός φεύγει;». Η αναμενόμενη αντίδραση.

Εκείνη : - «Κανείς. Κανείς δεν φεύγει. Ολοι εδώ μένουμε. Επί των επάλξεων. Στην πάλη των τάξεων». Η διατύπωση σε πλήρη τάξη. Με τις παύσεις της, τις τελείες και τ’ αποσιωπητικά της.

Εκείνος : - «Και τότε προς ποιον ο αποχαιρετισμός και γιατί;» Η εύλογη απορία.

Εκείνη : - « ”Ο ήχος των απομακρύνσεων”, η καινούργια ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά». Η άσχετη δικαιολογία ήρθε και θρονιάστηκε ανάμεσα τους.

Εκείνος : - «Τώρα αυτό τι σχέση έχει; Δεν μου απάντησες τι νόημα έχει αυτό το αποχαιρετιστήριο δώρο; ». Η αρχή μιας θυμωμένης πρότασης.

Εκείνη : - « ”Λυτρώσου.

Ολων μας σχεδόν τα πετάγματα

κάποια τα βρήκε αζύγιαστη

ή ζυγιασμένη πέτρα.”

Εκείνος : - «Μίλα καθαρά. Εγώ αυτά υπονοούμενα και τις αλληγορίες με στίχους ξεπεσμένων ποιητών δεν τις καταλαβαίνω. Τι τελείωσε, τι αποχαιρετάμε;». Η μέση της θυμωμένης πρότασης.

Εκείνη : - «Οταν κάτι μας αποχαιρετά από μόνο του, κι είναι ακόμα νωπός ο απόηχος της πρόσφατης ζωής του, τότε το ξέρεις, το νιώθεις το τέλος αλλά δεν μπορείς να το βάλεις σε λόγια». Μια ακόμα απόπειρα δικαιολόγησης.

Εκείνος : - «Δηλαδή τι; Δεν θα μου μιλάς πια; Δεν θα μ’ αγαπάς; Πες. Μίλα. Εξηγήσου καθαρά μια φορά επιτέλους. Βαρέθηκα τους γρίφους. Τα κρυμένα νοήματα. Τις πληγωμένες σιωπές». Το τέλος της θυμωμένης πρότασης.

Εκείνη : - «Εξάλλου, επιβάλλεται ένα αποχαιρετιστήριο δώρο». Η επανάληψη της εναρκτήριας φράσης. Το ίδιο λάιτ μοτίβ.

Κι ύστερα το μαύρο της οθόνης. Ούτε καν οι τίτλοι του τέλους.

Οι θεατές που αποχωρούν χωρίς να έχει επέλθει η κάθαρση.

Αλλο ένα μελόδραμα χωρίς νόημα.

Και η φωνή της ταξιθέτριας, μόνη χαρμόσυνη νότα σ’ έναν κόσμο παράφωνο και ματαιόδοξο : «Η έξοδος μπροστά δεξιά».

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2007

Αθώες μικρές φωτιές

Στην αρχή ήταν μικρές, δειλές φλογίτσες, ίσα που ξεχώριζαν.
Κι ύστερα σιγά-σιγά φούντωναν. Ψήλωναν. Ανέβαιναν. Ακολουθούσαν τον άνεμο. Έψαχναν για τ΄ αστέρια. Έστελναν τους αντικατοπτρισμούς τους στην θάλασσα.
Κατάπιναν το οξυγόνο του αέρα. Ξέφευγαν από τον έλεγχο. Γίνονταν πύρινες λαίλαπες που σε κυνηγούσαν. Αιχμαλώτιζαν το βλέμμα σου. Θόλωναν τον ορίζοντα σου.

Στην αρχή δεν ήταν κανείς τριγύρω του.
Έμοιαζε αόρατος.
Η παραλιακή λεωφόρος του νησιού , τον προσπερνούσε αδιάφορη.
Οι άνθρωποι μετακινιόντουσαν σαν σε ποτάμι. Πέρναγαν από μπροστά του, ίδρωναν από την ζέστη της νύχτας, μέτραγαν τα βήματά τους μέχρι την επόμενη στάση, μίλαγαν με τον απέναντι γνωστό που διασταύρωνε τον δρόμο τους.
Στην αρχή δεν έμοιαζε, ήταν αόρατος.

Κι αυτός , κι οι ¨αθώες μικρές φωτιές¨του.

Κι ύστερα σιγά-σιγά ξεχώριζε.
Το ποτάμι της παραλιακής έκανε μια μικρή παράκαμψη μπροστά του. Αποτραβήχτηκε από κοντά του.

Κι εκείνος ψηλός, αμίλητος, με μάτια κάρβουνα, με μαλλιά φίδια από το αλάτι που στέγνωνε πάνω τους μέρες τώρα, με σφραγισμένα χείλια, και με μια αναπνοή νωχελική σαν μωρού παιδιού σε μεσημεριάτικο ύπνο.
Χωρίς πουκάμισο. Χωρίς να πει ούτε μια λέξη , άρχιζε να παίζει με τις μικρές φωτιές.

Στην αρχή τις κουνούσε πέρα δώθε, απαλά, σχεδόν στοργικά , λες και φοβόταν μήπως και ξυπνήσουν απότομα.
Κι έπειτα άρχιζε τους κύκλους .
Μια μπροστά, μια πίσω.
Μια πάνω , μια κάτω.

Τώρα χιαστί. Μια δεξιά, μια αριστερά.
Κινήσεις καλά μετρημένες. Ρυθμικές. Σε ημικύκλια. Σε παραλληλόγραμμα. Σε συνδυασμούς.
Στην αρχή ήρεμα, μαλακά. Κι ύστερα πιο γρήγορα, κι ακόμη πιο γρήγορα.
Κι οι ¨μικρές φωτιές¨ να φουντώνουν. Να κοκκινίζουν. Να φτύνουν σπίθες. Να διασταυρώνονται πάνω από το κεφάλι του, πίσω από την πλάτη του, κάτω από τις μασχάλες του, ανάμεσα από τους μηρούς του.

Στην αρχή γλυκά κι ύστερα με φρενιασμένη ταχύτητα, χωρίς σταματημό, χωρίς λογαριασμό.
Μέχρι να καταπιούν όλο το οξυγόνο . Μέχρι να τελειώσει το πετρέλαιο να σβήσει το στουπί. Μέχρι να τις καταπιεί ο θάνατος της ανυπαρξίας .

Το πλήθος το παρακολουθούσε από απόσταση ασφαλείας. Από εκεί όπου οι σπίθες δεν το έφθαναν. Από εκεί όπου οι ¨μικρές φωτιές¨, δεν το άγγιζαν.
Τον κοίταζε μαγνητισμένο, άφωνο, με κρατημένη την ανάσα. Και ζήλευε. Ναι τον ζήλευε οδυνηρά , αυτόν τον αμίλητο μελαχροινό ξένο που εξουσίαζε τις φλόγες και τον εαυτό του. Αυτόν τον απρόσκλητο επισκέπτη της παραλιακής που έπαιζε τόσο ξεδιάντροπα με τις φωτιές.

Κι όταν το νούμερο τελείωσε, όταν τα κατακαμμένα στουπιά εκπλήρωσαν την αποστολή τους κι έπεσαν κατάκοπα στις πλάκες, αυτοί δεν χειροκρότησαν, δεν σάλεψαν, δεν έβγαλαν επιφωνήματα ανακούφισης. Έμειναν να κοιτάζουν.
Κι από το πουθενά, εμφανίστηκε ένας νάνος που κράταγε ένα αναποδογυρισμένο καπέλο. Χωνόταν ανάμεσα στο πλήθος, τους σκουντούσε, τους χαμογελούσε, τους έδειχνε το καπέλο, κι εκείνοι έβαζαν το χέρι στις τσέπες, άνοιγαν τις τσάντες, έψαχναν τα πορτοφόλια κι έριχναν, έριχναν κι αποχωρούσαν αργά-αργά, πισωπατώντας και ψιθυρίζοντας στ΄ αυτί του διπλανού τους. Λες και την μαγεία θα την σκόρπιζαν οι δυνατές κουβέντες.

Αύγουστος ήταν, του΄97.
Στο λιμάνι έμπαινε κάθε μισή ώρα κι ένα πλοίο.
Φωτισμένο, φορτωμένο κι άλλους απ΄ αυτούς που γεμίζουν ένα μήνα από την ζωή τους κι αφήνουν τους άλλους έντεκα να ψυχορραγούν. Και τους άδειαζε στην αποβάθρα λίγο μόνο μέτρα μακριά από τον γυμνό ξένο.

Ήμουν κι εγώ εκεί. Λίγο πιο ψηλά. Σ΄ ένα μπαλκόνι . Κι έβλεπα και δεν χόρταινα το παιχνίδι με τις φωτιές. Κι όλο έλεγα τώρα θα κατέβω να του μιλήσω, να τον ρωτήσω. Τώρα, μόλις τελειώσει κι αυτός ο γύρος του θανάτου με τις ¨μικρές φωτιές¨ του.
Και μπαινόβγαιναν τα πλοία, και πηγαινοερχόταν το ποτάμι της παραλιακής. Κι εκείνος περίμενε τις καινούργιες φουρνιές για να δώσει άλλη μια παράσταση, για να εκστασιάσει τα πλήθη.
Κάθε φορά και λίγο πιο πέρα. Κάθε φορά και λίγο πιο μακριά.
Και ο νάνος κρυμμένος πίσω από τα μπιτόνια με το πετρέλαιο και τα καμμένα στουπιά, μέτραγε τις εισπράξεις.
Κάθε φορά λίγο πιο κει, λίγο πιο μέσα.

Στο απέναντι νησί, φαινόταν οι φωτιές που κατέτρωγαν τα βουνά του. Λαίμαργες, πυρόξανθες, ένοχες και υπερήφανες.

Και το φεγγάρι ανέβαινε. Κι η ώρα μέτραγε περασμένα μεσάνυχτα . Κι εγώ εκεί , σ΄ ένα μπαλκόνι πάνω από το Αιγαίο, λες και δεν είχα πια ελεύθερη βούληση, περίμενα την επόμενη παράσταση για να κατέβω και να του μιλήσω………

Τον αναγνώρισα αμέσως από την μυρωδιά του καμμένου.
Καθόταν στο διπλανό τραπέζι κι έτρωγε. Μέρα μεσημέρι, σ΄ ένα άλλο νησί, σε μια άλλη παραλία.
Φορούσε στα κοκαλωμένα μαλλιά του το καπέλο των εισπράξεων, κι ένα πουκάμισο στο χρώμα της φωτιάς.
Στην άλλη καρέκλα , ο νάνος. Γυμνός από την μέση και πάνω.
Κι έκανε μια ζέστη, της κόλασης.
Έπιναν μπύρες και μίλαγαν σε μια αλλόκοτη γλώσσα (μάλλον αγγλικά με το στόμα γεμάτο).
Όταν ήρθε ο λογαριασμός πλήρωσαν με κέρματα και μικρά χαρτονομίσματα. Κι ο ταβερνιάρης γκρίνιαζε όσο τα μετρούσε.
Κι έφυγαν για ένα άλλο νησί, για μια άλλη παραλία. Για την επόμενη παράσταση.

Κι ούτε τότε δεν του μίλησα.