Μόλις έχω ξυπνήσει από έναν χαλαρωτικό ύπνο που έκλεψα λίγο μετά το μεσημεριανό φαγητό. Σκέφτομαι, θα μπορούσα να κάνω εκείνο και το άλλο και το τρίτο. Θα ήθελα τα πράγματα να είναι έτσι κι αλλιώς. Από αύριο θα.... Αν οι καταστάσεις εξελιχθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο, τότε...
Ανοίγω αφηρημένα την τηλεόραση. Μια κίνηση συνήθειας.
Και ξαφνικά είναι σαν να πέφτουν οι ασφάλειες, να κόβεται το ρεύμα.
Όταν τελικά θ’ ανάψουν ξανά τα φώτα, ο μικρόκοσμος μου δέχεται επίθεση τρόμου.
Οι εικόνες που εισβάλουν από την τηλεόραση είναι απλά εικόνες που το μυαλό αρνείται να αποκωδικοποιήσει. Τίποτα δεν συμβαίνει. Είναι όλοι τους υπερβολικοί. Αλλάζω κανάλι. Λέω θα τελειώσουν οι ειδήσεις και τα πάντα θα ξαναβρούν τους φυσιολογικούς τους ρυθμούς. Πάω στην κουζίνα φτιάχνω καφέ. Γυρνάω στο σαλόνι. Οι φωτιές συνεχίζονται. Ο φόβος, ο πανικός, η απόλυτη παραφροσύνη κατοικοεδρεύουν στο σπίτι μου. Αμηχανία. Ύστερα τα τηλέφωνηματα, τα μηνύματα. Να μοιραστείς τις απορίες με τον υπόλοιπο κόσμο, να νιώσεις την απατηλή ασφάλεια ότι δεν είσαι μόνος, ότι υπάρχουν κι άλλοι που βλέπουν αυτό που βλέπεις κι εσύ.
Κι ύστερα πάλι οι εικόνες της απόλυτης καταστροφής, ξανά και ξανά και ξανά.
Σκέφτομαι ότι πρέπει να ποτίσω τα φυτά στο μπαλκόνι, να πάω στο σούπερ μάρκετ, να συνεχίσω την ζωή μου όπως πριν από μερικές ώρες.
Ο εκφωνητής λέει «από αύριο το πρωί, τίποτα πια δεν θα είναι το ίδιο στον κόσμο μας», οι γάτες μιμούμενες τον εκνευρισμό μου μπαινοβγαίνουν ανήσυχες και γκρινιάζουν μπροστά στο ψυγείο.
Στον καναπέ μου έχει θρονιαστεί το σοκ. Η τηλεόραση μου μεταδίδει ζωντανά την ιστορία μιας χώρας που συμπεριλαμβάνει κι εμένα στους κόλπους της, η φωνή μου μιλάει στο τηλέφωνο και προσπαθεί να εξηγήσει, κι όμως ακόμα η καρδιά μου δεν έχει παγώσει. Η νεκρική ακαμψία δεν έχει επηρεάσει ακόμα τα μέλη μου. Πάω στο μπάνιο, κοιτάζομαι στον καθρέφτη, αναγνωρίζω το πρόσωπο μου. Σκέφτομαι να κάνω ένα μπάνιο, να ηρεμήσω. Αφήνω το νερό να τρέξει, γυρίζω στο σαλόνι, ανεβάζω την ένταση έτσι ώστε να μπορώ να ακούω τους ήχους της καταστροφής ακόμα και κάτω από το ντους.
Αμα προσπαθήσω πάρα πολύ, λες όλα να επιστρέψουν στην προηγούμενη κατάσταση αδράνειας ;
Οι ώρες περνούν. Το κρύωμα των τελευταίων ημερών εξακολουθεί και με ταλαιπωρεί. Βρίσκομαι συνέχεια με ένα χαρτομάντηλο στο χέρι. Τα μάτια τρέχουν, κι αναρωτιέμαι αν είναι δάκρυα ή μια αλλεργία σ' ένα απάνθρωπο κόσμο. Η Λίνα μού είπε ότι έχω βραχνιάσει εξαιρετικά. Μήπως πρέπει να πάω στο γιατρό ;
Η επόμενη μέρα είναι ακόμα εδώ. Βάζω ένα ποτό. Το αλκοόλ μπορεί να με χαλαρώσει. Ανάβω τσιγάρο. Δεν έχω γεύση του καπνού. Δεν έχω αίσθηση των γεγονότων, της πραγματικότητας, του τι θα γίνει αύριο.
Νύσταζω. Αφήνω την τηλεόραση να παίζει, πάω για ύπνο. Λίγο πριν βυθιστώ στην προσωρινή λήθη, αρχίζω και φοβάμαι. Φοβάμαι που είμαι μόνη μου μέσα στο σπίτι. Μόνη μέσα στην πόλη. Μόνη μου μέσα σ’ έναν κόσμο που φοράει μόνο μάσκες αντισφυξιογόνες. Σκέφτομαι, θα δω ένα καλό όνειρο, θα ξορκίσω τους εφιάλτες. Θυμάμαι ότι η τηλεόραση θα παίζει όλη νύχτα. Τα πράγματα θα εξακολουθούν να εξελίσσσονται ερήμην μου όλη νύχτα.
Θα είναι πάντα νύχτα από δω και μπρος;
Ολα μαυρίζουν.