¨Κλέφτης λέξεων¨Κατηφόριζε την Ιουλιανού.
Χειμώνας .
Μια μέρα της Άνοιξης εξόριστη στην μέση του κρύου.
Περπατούσε κι έγερνε από το βάρος.
Στον έναν ώμο ένα ακορντεόν. Στον άλλο ώμο κρεμασμένη από μαύρο λουρί μια κιθάρα.
Περπατούσε κι έσερνε τα πόδια του.
Στην άκρη στο στόμα του ένα σβηστό τσιγάρο.
Στην άκρη από τα μάτια του η αυπνία , και ο πυρετός .
Στο ρείθρο του πεζοδρομίου, οι λάσπες από την χθεσινή νεροποντή.
Περπατούσε κι ακουμπούσε στους τοίχους για να μην πέσει.
Στο παράθυρο του ισογείου, έγραφε ¨Ενοικιάζεται¨.
Ένα κομμάτι χαρτί , ξεθωριασμένο.
Το ρολό μισοκατεβασμένο .
Κοίταξε μέσα από το τζάμι.
Η σιωπή της σκόνης και της εγκατάλειψης.
Διάβασε στο ενοικιαστήριο ¨Πληροφορίες στον κο Νίκο . Δίπλα στο θυρωρείο¨ .
Χτύπησε το κουδούνι . Ήχος ξερός . Η σιωπή της απουσίας.

Κατέβαινε την Ιουλιανού.
Μέρα, από τις ίδιες τις αδιάφορες. Υγρή. Κλαμένη. Ανάποδη.
Περπατούσε και το κορμί του αντιστεκόταν σε κάθε βήμα.
Το σακάκι κρεμόταν από πάνω του. Τσαλακωμένο. Ασυμμάζευτο.
Το ακορντεόν σερνόταν στο δρόμο.
Η κιθάρα ισορροπούσε , ίσα για να μην κατρακυλήσει .
Περπατούσε κι έγερνε μια δεξιά, μια αριστερά.
Στο 27, το ενοικιαστήριο στο ισόγειο παράθυρο, ξεθώριαζε.
Έκατσε στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας .
Στα μάγουλα του μεγάλωναν αξύριστα γένια.
Στα μάτια μεγάλωνε η αυπνία.
Στην ψυχή του η σιωπή της ερημιάς.
Χτύπησε το κουδούνι στο όνομα κος Νίκος.
Μία φορά.
Δεύτερη.
Τρίτη.
Κατέβαινε την Ιουλιανού.
Άλλη μέρα.
Έμοιαζε της Άνοιξης. Ανοιχτόμυαλη. Ερωτευμένη.
Περπατούσε με τα μάτια κλειστά.
Τα παπούτσια του, μαύρα στραβοπατημένα.
Με μασημένα κορδόνια. Με ξεραμένες λάσπες άλλων δρόμων.
Περπατούσε κι έκλεβε τα λόγια από τα στόματα των περαστικών. Έφτιαχνε στίχους στο τραγούδι του.
Περπατούσε κι ο ίσκιος του άπλωνε.
Μαύρα μαλλιά. Μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια .
Μαύρα κέφια.
Το ακορντεόν με χαλασμένο λουρί, λίγα χιλιοστά από το πεζοδρόμιο.
Ιουλιανού 27.
Το ενοικιαστήριο καινούργιο, με κόκκινα γράμματα.
Στραβοκολλημένο , στην θέση του παλιού.
Έγραφε ¨Πληροφορίες : κος Νίκος , Θυρωρός¨
Χτύπησε την πόρτα του θυρωρείου.
Ήχος ξερός, ξύλινος απόηχος.
Κατέβαινε την Ιουλιανού .
Η μέρα ήταν του Αυγούστου.
Περπατούσε και ίδρωνε.
Τσάκιζε σε κάθε βήμα το γόνατο του .
Να πέσει, να απλωθεί . Και πάλι το μετάνιωνε.
Στο μικρό του δάχτυλο , δαχτυλίδι .
Τα χέρια του ελεύθερα. Χωρίς κιθάρα και ακορντεόν .
Τα μάτια του άδεια. Χωρίς βλέμμα.
Περπατούσε και ανάσανε βαριά.
Από το λαρύγγι , δεν έβγαινε φωνή.
Περπατούσε κι έκλεβε τις ώρες εκείνων που δεν είχαν τι να τις κάνουν.
Περπατούσε μέχρι το 27 της Ιουλιανού .
Στο τζάμι του ισογείου υπήρχε ένα ¨ΠΩΛΕΙΤΑΙ¨.
Χτύπησε στον κο Νίκο.
Η πόρτα άνοιξε .
Η ζέστη έφτανε πια τους 40 ° C .
Το μαύρο του πουκάμισο , έκανε λεκέδες ιδρώτα στις μασχάλες.
Στο στόμα του κρεμόταν ένα μισό τσιγάρο. Σβηστό.
Στα χέρια του έπαιζε μια πένα από κιθάρα .
Ο κος Νίκος είπε : ¨Ενδιαφέρεσθε; ¨
Και παραμέρισε για να φανεί το εσωτερικό.
Στην απέναντι γωνία , ένα πιάνο.
Κουτσό . Ξεδοντιασμένο.
Ο κος Νίκος του ψιθύρισε στο αυτί: ¨Αν θέλετε το νοικιάζουμε κιόλας. Όσο για το σαράβαλο, χάρισμα σας. Είναι που δεν μπορούμε να το βγάλουμε στο πεζοδρόμιο . Αλλιώς θάχε πάρει δρόμο καιρό τώρα.¨
Κατέβαινε την Ιουλιανού.
Ήταν η επόμενη μέρα του Αυγούστου.
Ίδια κι απαράλλαχτη με την προηγούμενη .
Περπατούσε κι έσερνε μια ξεπατωμένη βαλίτσα.
Φορούσε το ίδιο μαύρο πουκάμισο με τους λεκέδες στις μασχάλες.
Τα ίδια μάτια με τους μαύρους κύκλους .
Περπατούσε κι έκλεβε τις αναπνοές από μια πόλη που τώρα ξυπνούσε.
Στο 27 άνοιξε με το κλειδί του .
Ξεκόλλησε το χαρτί από το τζάμι .
Κατέβασε τα ρολά.
Τράβηξε την βαλίτσα μπροστά στο πιάνο, κι άρχισε να παίζει.
Μια μελωδία ξεκούρδιστη, φάλτσα. Σαν την ζωή του.
Κι ένα τραγούδι , με στίχους κλεμμένους από τις λέξεις που του περίσσεψαν όλον αυτόν τον καιρό.